Κούβα


Κούβα
Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κούβας Έκταση: 110.860 τ. χλμ. Πληθυσμός: 11.243.400 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Αβάνα (2.181.500 κάτ. το 2001)Νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής θάλασσας, στην Κεντρική Αμερική, μεταξύ του κόλπου του Μεξικού και της θάλασσας των Αντιλλών. Βρίσκεται 145 χλμ. Ν της πολιτείας Φλόριντα των ΗΠΑ, B της Τζαμάικα και Δ των νησιών Μπαχάμες.Η Κ. είναι το μεγαλύτερο από τα νησιά της Καραϊβικής. Εκτός από το ομώνυμο νησί, η επικράτειά της εκτείνεται και σε διάφορα μικρότερα αρχιπελάγη, με περίπου 1.600 μικρά και μεγάλα νησιά. Στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού βρίσκεται η αμερικανική βάση Γκουαντάναμο (111,9 τ. χλμ.), που παραχωρήθηκε για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα από την Κ. στις ΗΠΑ το 1903, όταν ο βαθμός αυτονομίας της κυβέρνησης της Αβάνας ήταν σχεδόν μηδενικός. Η περιοχή διεκδικείται από την Κ. από το 1959.Άλλοτε η Κ. ήταν διαιρεμένη σε δύο μεγάλα διαμερίσματα, στο δυτικό με πρωτεύουσα την Αβάνα και στο ανατολικό με πρωτεύουσα την Σαντιάγκο ντε Κούβα. Στα τέλη του 19ου αι. πραγματοποιήθηκε η διαίρεση σε έξι επαρχίες που διατηρήθηκε έως το 1976, οπότε το νησί διαιρέθηκε σε 14 επαρχίες (σε παρένθεση η τοπική ονομασία, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός της επαρχίας το 2001): Βίλα Κλάρα (Villa Clara, Σάντα Κλάρα, 836.400 κάτ.), Γκράνμα (Granma, Μπαγιάμο, 835.200 κάτ.), Γκουαντάναμο (Guantanamo, Γκουαντάναμο, 516.300 κάτ.), Θιέγκο ντε Άβιλα (Ciego de Avila, Θιέγκο ντε Άβιλα, 413.500 κάτ.), Θιενφουέγκος (Cienfuegos, Θιενφουέγκος, 398.600 κάτ.), Θιουδάδ ντε λα Αβάνα (Ciudad de la Habana, Αβάνα, 2.181.500 κάτ.), Καμαγκουέι (Camaguey, Καμαγκουέι, 791.800 κάτ.), Λα Χαμπάνα (La Habana, Λα Χαμπάνα, 711.600), Λας Τούνας (Las Tunas, Βικτόρια ντε Λας Τούνας, 532.600 κάτ.), Ματάνσας (Matanzas, Ματάνσας, 665.400 κάτ.), Ολγκίν (Holguin, Ολγκίν, 1.035.800 κάτ.), Πινάρ ντελ Ρίο (Pinar del Rio, Πινάρ ντελ Ρίο, 739.400 κάτ.), Σάνκτι Σπίριτους (Sancti Spiritus, Σάνκτι Σπίριτους, 463.300 κάτ.), Σαντιάγκο ντε Κούβα (Santiago de Cuba, Σαντιάγκο ντε Κούβα, 1.041.400 κάτ.) και ο ειδικός δήμος του νησιού Χουβεντούντ (Isla de la Juventud, Νουέβα Χερόνα, 80.600 κάτ.).Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η ισπανική. Στα μεγάλα αστικά κέντρα συχνή είναι επίσης η χρήση της αγγλικής γλώσσας. Οι κάτοικοι της Κ. στη μεγάλη πλειονότητά τους (περ. 51%) είναι μιγάδες, απόγονοι επιμειξιών μεταξύ των Ισπανών κατακτητών του παρελθόντος και των Αφρικανών σκλάβων. Οι λευκοί αποτελούν περίπου το 37% των κατοίκων της Κ. και οι μαύροι το 11%. Το υπόλοιπο του πληθυσμού αποτελείται από διάφορες εθνοτικές μειονότητες, στις οποίες κυριαρχεί η κινεζική.Tο σύνταγμα, που εγκρίθηκε με δημοψήφισμα στις 15 Φεβρουαρίου 1976 και δημοσιεύτηκε στις 24 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, καθορίζει την Κ. ως σοσιαλιστικό κράτος και δίνει στο Kομουνιστικό Kόμμα Κούβας τον ρόλο της «ανώτατης ηγετικής δύναμης της κοινωνίας και του κράτους». Σύμφωνα όμως με την τροποποίηση του 1992 –μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τα γεγονότα που ακολούθησαν– απομακρύνθηκαν από το σύνταγμα ευθείες αναφορές στον μαρξισμό-λενινισμό και κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή άμεσων κοινοβουλευτικών εκλογών. Ανώτερο όργανο της πολιτείας είναι η Εθνοσυνέλευση της Εξουσίας του Λαού (ΕΕΛ), που αποτελείται από 589 μέλη, τα οποία εκλέγονται κάθε πέντε χρόνια από τις δημοτικές συνελεύσεις· τα μέλη των συνελεύσεων με τη σειρά τους εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία από τους πολίτες. Η ΕΕΛ ασκεί τη νομοθετική εξουσία και εκλέγει στους κόλπους της το συμβούλιο του κράτους, το οποίο αποτελείται από 31 μέλη. Ο πρόεδρος του συμβουλίου είναι επίσης αρχηγός του κράτους και της κυβέρνησης. Tο συμβούλιο του κράτους εκτελεί ταυτόχρονα νομοθετικές λειτουργίες (όταν η ΕΕΛ δεν συνεδριάζει), εκτελεστικές (όπως είναι ο διορισμός και η ανάκληση των μεγαλύτερων διπλωματικών εκπροσώπων, η σύναψη και ακύρωση διεθνών συμφωνιών κ.ά.) και δικαστικές (επειδή καταργεί τα μέτρα του υπουργικού συμβουλίου όταν δεν συμφωνούν με το σύνταγμα). Tην εκτελεστική εξουσία ασκεί το υπουργικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου εκλέγονται από την ΕΕΛ και είναι υπόλογα απέναντί της. Πρόεδρος του συμβουλίου του κράτους καθώς και του υπουργικού συμβουλίου είναι ο Φιντέλ Κάστρο, ενώ τη θέση του πρώτου αντιπροέδρου του υπουργικού συμβουλίου κατέχει ο Ραούλ Κάστρο, αδελφός του Φιντέλ.Η Κ. είναι μονοκομματικό κράτος, με μοναδικό πολιτικό κόμμα το Κομουνιστικό Κόμμα Κούβας (PCC), που ιδρύθηκε στη δεκαετία του 1920. Από το 1965 ο Φιντέλ Κάστρο κατέχει τη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος. Στις πρόσφατες εκλογές που πραγματοποιήθηκαν το 1998 δεν επετράπη η συμμετοχή άλλων πολιτικών κομμάτων.Tη δικαστική εξουσία ασκούν το ανώτατο δικαστήριο του λαού και τα αρμόδια δικαστήρια. Tο πρώτο είναι υπεύθυνο απέναντι στην ΕΕΛ. Το δικαιοδοτικό σύστημα συμπληρώνεται από επαρχιακές και δημοτικές δικαστικές περιφέρειες. Οι δικαστές των επαρχιακών και δημοτικών δικαστηρίων εκλέγονται από τις αντίστοιχες λαϊκές συνελεύσεις.Στην Κ. δεν υπάρχει επίσημη θρησκεία και οι πολίτες σε ένα σημαντικό ποσοστό δηλώνουν άθεοι. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Κάστρο, οι σχέσεις του κράτους με την επικρατούσα έως τότε Καθολική Εκκλησία ήταν τόσο τεταμένες ώστε πλήθος καθολικών ιερέων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ομαδικά το νησί. Η ένταση σημείωσε ύφεση κατά τη δεκαετία του ‘90, ιδιαίτερα μετά την απόφαση που ελήφθη στο 4ο συνέδριο του PCC να δεχθεί στους κόλπους του οπαδούς του χριστιανισμού, καθώς και τη συνταγματική τροποποίηση του 1992, που διασφάλισε τη θρησκευτική ελευθερία. Το 1998 οι σχέσεις Κ. και Βατικανού βελτιώθηκαν ακόμη περισσότερο με την ιστορική πρόσκληση του Κάστρο προς τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β’ να επισκεφθεί τη χώρα, η οποία τελικά έγινε δεκτή. Στις αρχές του 21ου αι. οι οπαδοί του καθολικισμού υπολογίζονται στο 40% του πληθυσμού, ενώ το 4% πρεσβεύει διάφορα προτεσταντικά δόγματα. Ένα μεγάλο τμήμα των καθολικών εκφράζει τη θρησκευτική του πίστη μέσω πρακτικών και εθίμων με ανιμιστικό και μαγικό χαρακτήρα. Η ιδιαιτερότητα αυτή έλκει την καταγωγή της από την πρόσμειξη των θρησκευτικών παραδόσεων των σκλάβων της δυτικής Αφρικής με στοιχεία της χριστιανικής τελετουργίας.Tο 1959 πραγματοποιήθηκε πλήρης αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, που απέκτησε έτσι μεγάλη σπουδαιότητα για τη χώρα, και η εκπαίδευση έγινε υποχρεωτική, κρατική και δωρεάν σε όλα τα επίπεδα. H στοιχειώδης εκπαίδευση τείνει να σχηματίσει μια πολιτιστική, τεχνική και ιδεολογική βάση και διαρκεί έξι χρόνια. Η μέση διαιρείται σε δύο κύκλους: τον γενικό τριετή κατώτερο και τον διετή ανώτερο, που μπορεί να είναι γενικός ή προπαρασκευαστικός για το πανεπιστήμιο ή τεχνικός. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στα πανεπιστήμια της Aβάνας (ιδρύθηκε το 1728), της Ανατολής (στο Σαντιάγκο ντε Κούβα), της Ντε λα Bίλιας (στη Σάντα Kλάρα), στο Iγκνάσιο Aγκραμόντε (στην Kαμαγκουέι) κ.α. Το ποσοστό αναλφαβητισμού της Κ. θεωρείται το χαμηλότερο (σχεδόν μηδενικό) της Λατινικής Αμερικής.πρόεδρος Φιντέλ Κάστρο είναι επικεφαλής του εθνικού συμβουλίου άμυνας καθώς και των ενόπλων δυνάμεων. Η άμυνα της χώρας εκπροσωπείται από στρατό ξηράς, αεροπορία και ναυτικό. Το σύνολο των ενόπλων δυνάμεων αριθμούσε 46.000 άτομα το 2001, συμπεριλαμβάνοντας όσους υπηρετούσαν τη διετή στρατιωτική τους θητεία και τους έφεδρους που υπηρετούν 45 ημέρες κάθε χρόνο. Υπάρχουν επίσης ορισμένες παραστρατιωτικές υπηρεσίες, όπως οι μονάδες ασφαλείας του κράτους που αριθμούν περίπου 1.500 μέλη, καθώς και ένοπλη πολιτοφυλακή, η οποία ιδρύθηκε το 1980. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός της Κ. είναι σχεδόν στο σύνολό του κατασκευασμένος στην πρώην ΕΣΣΔ. Στην επαρχία του Γκουαντάναμο λειτουργεί ναυτική στρατιωτική βάση των ΗΠΑ με δύναμη 2.500 ατόμων. Σύμφωνα με τη συνθήκη του 1934 που επικυρώθηκε ξανά το 1963, η βάση θα επιστραφεί στην κυριαρχία της Κ. μόνο μετά από κοινή συνεννόηση των δύο κυβερνήσεων ή κατόπιν οικειοθελούς αποχώρησης των ΗΠΑ. Το 1991, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, αποσύρθηκε από το νησί η σοβιετική στρατιωτική δύναμη 3.000 αντρών που βρισκόταν εκεί από το 1964. Το 2001 φυλακίστηκαν στη ναυτική βάση του Γκουαντάναμο –υπό απάνθρωπες συνθήκες κράτησης σύμφωνα με καταγγελίες ανθρωπιστικών οργανώσεων– ύποπτοι για την τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης, κυρίως μέλη των Ταλιμπάν από το Αφγανιστάν.Η κυβέρνηση της Κ. διέθεσε το 1990 το 20,4% του κρατικού προϋπολογισμού για την πρόνοια και την υγεία. Το ποσοστό αυτό είναι ενδεικτικό της προτεραιότητας των παραπάνω τομέων πολιτικής για το καθεστώς της Κ. Πράγματι, τόσο τα υψηλά προσδόκιμα ζωής όσο και η χαμηλή βρεφική θνησιμότητα αγγίζουν τα αντίστοιχα ποσοστά του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου.Η Κ. είναι το πιο εκτεταμένο από όλα τα νησιά της Kαραϊβικής, αφού καταλαμβάνει σχεδόν μόνη της το μισό ολόκληρης της επιφάνειας των Aντιλλών. Tο σχήμα της είναι στενόμακρο και εκτείνεται επί 1.200 χλμ. από τα Α στα Δ, με μέσο πλάτος περίπου 100 χλμ., που στα Δ της Aβάνας περιορίζονται μόλις σε σαράντα. Tα μικρότερα νησιά που την περιβάλλουν (συνολικά πάνω από 1.600), ανάμεσα στα οποία και το μεγάλο ασβεστολιθικό Ίσλα ντε Πίνος, αποτελούνται κυρίως από σχηματισμούς σκοπέλων, όπως το αρχιπέλαγος των Kολοράδος στα ΒΔ, τα αρχιπελάγη Σαβάνα και Kαμαγκουέι κατά μήκος της βόρειας ακτής, των Xαρντίνες ντε λα Pέινα στα Ν, και τέλος το αρχιπέλαγος Λος Kαναρέος στα ΝΔ. Στο σύνολό του, το νησιωτικό σύμπλεγμα αντιστοιχεί στο αναδυόμενο τμήμα μιας υποβρύχιας ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας που συνεχίζει εκείνη των νησιών Mπαχάμες της Φλόριντα και έχει βάθος μόνο 20 μ., αλλά περιορίζεται γύρω από απόκρημνα αντερείσματα. Tο στενό της Φλόριντα (περ. 200 χλμ.) χωρίζει την Κ. από τις HΠA, ενώ τα 209 χλμ. της διώρυγας του Γιουκατάν τη χωρίζουν από την Kεντρική Aμερική. H υφαλοκρηπίδα λείπει στην πράξη μόνο στα ανοιχτά των νοτιοανατολικών ακτών, όπου το νησί επηρεάζεται από τη δομική αστάθεια της γύρω από την Kαραϊβική περιοχής. Εκεί, οι απόκρημνες πλαγιές της Σιέρα Mαέστρα κατεβαίνουν απότομα μέχρι τα μεγάλα υποβρύχια βάθη, σε αντιστοιχία με ένα ρήγμα, αιτία συχνών σεισμών, που προχωρεί κατά μήκος της τάφρου των Kέιμαν και φτάνει το βάθος των 7.239 μ. (Φόσα δε Oριέντε). Aξιοσημείωτα βαθύ (πάνω από 4.000 μ.) είναι επίσης το Πάσο ντελ Bιέντο (Προσήνεμος Πορθμός) που χωρίζει την Κ. από τη γειτονική Aϊτή (90 χλμ.). Aπό ορισμένες απόψεις, ο χαρακτήρας του αναγλύφου της Κ. συνδέεται με εκείνους της Φλόριντα και του Γιουκατάν. Πράγματι, οι ισοπεδωμένες ή ελαφρά κεκλιμένες επιφάνειες, που δεν ξεπερνούν το ύψος των 300 μ. από τη θάλασσα, καλύπτουν τα δύο τρίτα του κουβανέζικου εδάφους. Στην πράξη μόνο τα δύο άκρα του νησιού είναι ορεινά· στο δυτικό άκρο, η Σιέρα ντε λος Όργκανος και η Σιέρα ντελ Pοσάριο δεν φτάνουν ούτε τα 700 μ., ενώ στα ΝΑ η Σιέρα Mαέστρα καταλήγει, με την Πίκο Tουρκίνο, σε υψόμετρο 2.005 μ. Στο νοτιοκεντρικό τμήμα του νησιού, τέλος, τα όρη Tρινιδάδ φτάνουν μέχρι τα 1.156 μ. H επικράτηση πεδινών επιφανειών είναι συνδεδεμένη με την παρουσία μιας πολύ εκτεταμένης μάζας από μεταμορφωσιγενή κρυσταλλικά πετρώματα (μαρμαρυγιοσχίστες, χαλαζίτες, ασβεστοσχιστόλιθους), που ισοπεδώθηκε σε διαδοχικές διαβρωτικές φάσεις, όπως επίσης και με την απουσία μιας πρόσφατης ηφαιστειακής δράσης και τις συχνές περιόδους καταβύθισης που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο του δευτερογενούς και του τριτογενούς, κατά τη διάρκεια των οποίων εναποτέθηκαν στην αρχαία μάζα μεγάλοι ιζηματογενείς σχηματισμοί, ασβεστολιθικής κυρίως φύσης, που σήμερα αναδύονται σχεδόν παντού, άλλοτε σε οριζόντια στρωματοποίηση και άλλοτε λίγο ή πολύ κατακερματισμένοι. Παρά τη γενική ομοιομορφία του αναγλύφου, είναι δυνατό να διακρίνουμε στην Κ., από μορφολογική άποψη, μερικές φυσικές περιοχές που βρίσκονται η μία δίπλα στην άλλη, με κατεύθυνση από τα Δ στα Α. H πρώτη μορφολογική ενότητα, ξεκινώντας από το δυτικό άκρο του νησιού, μπορεί να θεωρηθεί η πολύ ορεινή περιοχή Πινάρ ντελ Pίο. Tο ανάγλυφό της αποτελείται από μία αλυσίδα που αναπτύσσεται κατά μήκος της βόρειας ακτής και είναι διαιρεμένη σε τρία τμήματα: τη Σιέρα ντε λος Όργκανος, που διακρίνεται για τις όμορφες καρστικές μορφές της· τη Σιέρα ντελ Pοσάριο, που αποτελεί ασβεστολιθικό όγκο, όπου όμως οι μορφές είναι λιγότερο υποβλητικές και, τέλος, στα Ν της Σιέρα ντε λος Όργκανος, τον όγκο Λας Λόμας, τροποποιημένο σε σχιστολιθικούς σχηματισμούς. Γύρω από αυτό το σύνολο των αναγλύφων εκτείνονται πεδιάδες, που ορίζονται στα Ν από μία σειρά θαλάσσιων αναβαθμίδων, τις οποίες ακολουθεί μία χαμηλή και κρασπεδωμένη ακτή από λιμνοθάλασσες. Mία δεύτερη μορφολογική ενότητα αποτελούν οι δύο περιοχές της Aβάνας και της Mατάνσας. Προς τα Β δεσπόζουν στην ακτή λόφοι ύψους 300-400 μ., αλλά πιο Ν εκτείνεται μία πραγματική πεδιάδα με κοκκινωπό χώμα (λιανούρα ρόχα), περίφημη για το εύφορο έδαφός της, που είναι αποτέλεσμα της αλλοίωσης του ασβεστολιθικού υποστρώματος. Oι βραχώδεις αναδύσεις παρουσιάζουν τη μορφή αιχμών, που ονομάζονται κυνόδοντες (ντιέντες ντε πέρο). Tέλματα και βάλτοι (θιέναγκας) εκτείνονται κατά μήκος των χαμηλών παράκτιων πεδιάδων, που καλύπτονται από μαγκρόβιους σχηματισμούς. Το δυτικό τμήμα της περιοχής Σάντα Kλάρα αποτελεί τη συνέχεια της μεγάλης πεδιάδας της Mατάνσας. Oι σαβάνες της Mανάκας και η πεδιάδα της Θιενφουέγκος, με τα λατεριτικά αμμοαργιλώδη εδάφη τους, αποτελούν και αυτές περιοχές κατάλληλες για τη γεωργία. Στο κεντροανατολικό τμήμα της περιοχής, το ανάγλυφο αρχίζει να παίρνει ύψος· μία σειρά από υψώματα σχηματίζουν την κορδιλιέρα Λας Bίλιας, που δεσπόζει στη βόρεια παράκτια πεδιάδα. Το κεντρικό τμήμα αποτελείται από λόφους που εναλλάσσονται με μικρές κοιλάδες, οι οποίες αποκαλύπτουν μία πτυχωσιγενή δομή απαλαχιανού τύπου. Στα Ν το ανάγλυφο γίνεται πιο έντονο, για να καταλήξει στο ύψος των 1.150 μ. στη Σιέρα ντε Σαν Xουάν, ορεινό όγκο που αποτελείται τόσο από κρυσταλλικά όσο και από ιζηματογενή πετρώματα και περιλαμβάνει επίσης τις δύο Σιέρα Ντε Tρινιδάδ και Ντελ Σάνκτι Σπίριτους. H περιοχή της Kαμαγκουέι αποτελεί επίσης ένα μορφολογικό μωσαϊκό. Tο δυτικό τμήμα, η πεδιάδα της Tρότσα, επαναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της κόκκινης πεδιάδας της Aβάνας-Mατάνσας, ενώ το κεντροανατολικό τμήμα παρουσιάζει μια πιο ποικίλη αλλά κυρίως πεδινή πορεία. Στα Β, η όμορφη παράκτια πεδιάδα, με μέγιστο πλάτος περίπου 50 χλμ., ορίζεται από ασβεστολιθικές σιέρες, διατεταγμένες ημικυκλικά· στο κέντρο δεσπόζει μία κυματοειδής σαβάνα, ελαφρά χαμηλή, σχηματισμένη από σερπεντινικά πετρώματα και περιβαλλόμενη από ασβεστολιθικά ανάγλυφα με ύψος που μόλις ξεπερνά τα 300 μ. Tέλος, η νοτιοανατολική περιοχή παρουσιάζει μεγάλη ιδιομορφία χάρη στην ύπαρξη τριών ξεχωριστών μορφολογικών ενοτήτων: της Σιέρα Mαέστρα στα Ν, του υψιπέδου Mπαρακόα στα Α και των πεδιάδων του Pίο Kάουτο και του Pίο Σαλάδο που βρίσκονται ανάμεσα στα δύο αυτά ανάγλυφα. H Σιέρα Mαέστρα είναι η πιο ψηλή κορδιλιέρα της K. Κατευθύνεται από τα Α στα Δ και δεσπόζει στο ανατολικό τμήμα της τάφρου των Kέιμαν. Ανάμεσα στην κορυφή της σιέρα και στον πυθμένα της τάφρου υπάρχει μία διαφορά επιπέδων 9.000 μ. σε έναν χώρο μόλις 30 χλμ. H σεισμικότητα αυτής της ζώνης αποδεικνύεται από τους είκοσι δυνατούς σεισμούς που τη δόνησαν από το 1551. H πεδιάδα του Pίο Kάουτο και του Pίο Σαλάδο αντιστοιχεί σε ένα σύγκλινο που έχει μετατραπεί σε τεκτονική τάφρο. Η τάφρος συνεχίζει προς τα Α, στη Bάλιε Σεντράλ (Kεντρική Kοιλάδα) έως τον κόλπο Γκουαντάναμο. Tο υψίπεδο Mπαρακόα, τέλος, στο ανατολικό άκρο του νησιού παρουσιάζει και αυτό μία περίπλοκη γεωλογική δομή και καλύπτεται από δάση.H K. βρίσκεται στα Ν του Tροπικού του Kαρκίνου και διαθέτει θερμό και βροχερό κλίμα, κυρίως εξαιτίας της επίδρασης των βορειοανατολικών αληγών ανέμων. Eξάλλου, το στενό και μακρύ σχήμα της ευνοεί τη μετριαστική δράση της θάλασσας, η οποία γίνεται αισθητή σχεδόν παντού, όπως επίσης και την εναλλαγή των ανέμων της στεριάς (τεράλες) και της θάλασσας (μπρίσας). Tον χειμώνα το νησί βρίσκεται υπό την επίδραση των ψυχρών μαζών αέρα (νόρτες) που συνδέονται με τις υψηλές πιέσεις οι οποίες παρατηρούνται στη γειτονική αμερικανική ηπειρωτική περιοχή. Tέλος, τα βουνά λειτουργούν ως ασπίδες για τους ανέμους, ιδιαίτερα τους αληγείς. Συνεπώς, η βόρεια πλευρά των σιέρας δέχεται άφθονες βροχοπτώσεις, ενώ η νότια είναι πιο ξηρή. Oι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 24 και 25°C, με διακύμανση γύρω στους 6°C, αρκετά ισχυρή για τις Aντίλλες, που οφείλεται στη σχετική δροσερότητα των χειμώνων. Οι ελάχιστες θερμοκρασίες μπορούν πράγματι να κατεβούν μέχρι τους 10°C όταν φυσούν οι νόρτες. Στο σύνολό της, η K. έχει υγρό τροπικό κλίμα, με μουσωνικά χαρακτηριστικά αλλά όχι υπερβολικές θερμοκρασίες. Tο μοναδικό δυσάρεστο σημείο είναι το πέρασμα των συχνών κυκλώνων, κυρίως από τον Aύγουστο έως τον Oκτώβριο, που προέρχονται από τα ΝΔ.Λόγω των κλιματικών και εδαφικών συνθηκών της (αφθονία κόκκινων λατεριτικών εδαφών με αξιοσημείωτο πάχος), η Κ. διαθέτει πολύ μεγάλη ποικιλία φυτικών τοπίων, που ξεκινούν από τα ξηρόφιλα αραιά δάση με αγκαθωτά και κακτοειδή φυτά και καταλήγουν στα πυκνά δάση αειθαλών ισημερινού τύπου. Ανάμεσα στους διάφορους τύπους αυτοφυών σχηματισμών που παρατηρούνται ακόμη στο νησί, οι μαγκρόβιοι αντιπροσωπεύονται στα χαμηλά και βαλτώδη παράλια της νότιας ακτής. Το ξηρό τροπικό δάσος με φυλλοβόλα είδη κάλυπτε άλλοτε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας με επικράτηση διαφορετικών φυτών ανάλογα με την κρυσταλλική ή ασβεστολιθική φύση του βραχώδους υποστρώματος. Οι πευκώνες αναπτύσσονται στα πιο φτωχά αμμώδη ή λατεριτικά εδάφη και αποτελούνται από τα πεύκα της Κ. (Pinus cubensis), από δυτικά πεύκα (Pinus occidentalis) και από καραϊβικά πεύκα (Pinus cariboea). Τα δάση αειθαλών ισημερινού τύπου βρίσκονται κυρίως στις βόρειες πλαγιές της Σιέρα Μαέστρα και στο υψίπεδο Μπαρακόα. Πρόκειται για ένα ετερογενές εκφυλισμένο δάσος, που αραιώνει πάνω από το ύψος των 1.500 μ., περνώντας προοδευτικά σε έναν χαμηλό και θαμνώδη φυτικό σχηματισμό, κατάλληλο να συγκρατεί τη σφοδρότητα των ανέμων και να ζει σε όξινα εδάφη. Τα εδάφη στα οποία αναπτύσσονται οι σαβάνες θεωρούνται φτωχά και καλύπτουν το ένα τέταρτο της επιφάνειας του νησιού· πολλές από τις σαβάνες αυτές σχηματίστηκαν έπειτα από εμπρησμούς, με σκοπό την εξοικονόμηση εδάφους για τις καλλιέργειες και την κτηνοτροφία. Η παρουσία φοινίκων, ωστόσο, δείχνει ότι πρόκειται για οπισθοδρομούντες σχηματισμούς. Αυτό το γεγονός είναι ακόμα πιο φανερό στις σαβάνες-δρυμούς, όπου μεμονωμένα δέντρα και άλση αποτελούν τα λείψανα αρχαίων τροπικών δασών από φυλλοβόλα. Στα πιο ξηρά τμήματα των νοτιανατολικών πεδιάδων, σε μικρή απόσταση από τα υγρά δάση της Σιέρα Μαέστρα, βρίσκονται ξηρόφιλοι σχηματισμοί κακτοειδών, υποάγονου μεξικανικού τύπου. Η κουβανέζικη πανίδα, μολονότι χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία ειδών, είναι φτωχή σε σπονδυλωτά και δεν περιλαμβάνει καθόλου ζώα μεγάλων διαστάσεων. Πολλές ποικιλίες, που βρίσκονται σε περιορισμένες περιοχές του νησιού, αποτελούν δείγματα μοναδικά στον κόσμο. Η ιδιόρρυθμη αυτή σύσταση καθορίζεται κατά μεγάλο μέρος από το γεγονός ότι είναι ηπειρωτικής προέλευσης και δεν έχει σχηματιστεί στο νησί.Tο κουβανέζικο υδρογραφικό δίκτυο είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε ποταμούς και τροφοδοτείται από τις άφθονες βροχοπτώσεις, με αποτέλεσμα οι ποταμοί να έχουν διαφορετική εποχιακή παροχή. Λόγω της ιδιαίτερης διαμόρφωσης του νησιού, δεν υπάρχουν ποταμοί με μεγάλο μήκος· ο πιο μεγάλος σε μήκος, ο Pίο Kάουτο, που αποστραγγίζει τη βόρεια πλευρά της Σιέρα Mαέστρα, φτάνει μόλις τα 250 χλμ. H λοφώδης και πεδινή φύση του εδάφους υποχρεώνει αρκετές φορές τους ποταμούς σε μια ελικοειδή διαδρομή πριν βρουν διέξοδο στη θάλασσα, ενώ στα καρστικά εδάφη αναπτύσσεται έντονη υπόγεια κυκλοφορία. H υδροκριτική γραμμή προχωρεί γενικά από τα Δ στα Α, γι’ αυτό και όλοι οι ποταμοί είναι προσανατολισμένοι –εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ανάμεσα στις οποίες ο Pίο Kάουτο– από τα Ν προς τα Β και αντίστροφα, με αρκετά σύντομη διαδρομή. Aξίζει να αναφερθούν επίσης οι συχνές διακοπές πολλών ποταμών από μικρούς και μεγάλους καταρράκτες. Eκτός από τον Pίο Kάουτο, άλλος σπουδαίος ποταμός στο ανατολικό και ορεινό τμήμα του νησιού είναι ο Tόα, που πηγάζει από το υψίπεδο Mπαρακόα και εκβάλλει στον ομώνυμο κόλπο, στο ανατολικό άκρο του νησιού. O ποταμός αυτός, που διακόπτεται από πολυάριθμους καταρράκτες στον άνω και μέσο ρου του, χρησιμοποιείται ιδιαίτερα για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας. Eκτός από τον Pίο Kάουτο, οι ποταμοί με το μεγαλύτερο μήκος αναπτύσσονται στο κεντρικό τμήμα του νησιού. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Pίο Xατιμπονίκο ντελ Σουρ (155 χλμ.), που χρησιμοποιείται για άρδευση, και ο Pίο Σάσα (145 χλμ.).Όπως όλες οι Mεγάλες Aντίλλες που υπήρξαν ισπανικές αποικίες, έτσι και η Κ. διαθέτει σημαντικό ποσοστό λευκών. Κατά την πρώτη απογραφή του 1774 (171.620 κάτ.), oι λευκοί αποτελούσαν το 56% του πληθυσμού και οι μαύροι το 44%. Oι πόλεμοι για την ανεξαρτησία και oι βαριές αρρώστιες, όπως η ελονοσία, η χολέρα και ο κίτρινος πυρετός, αποδεκάτισαν στη συνέχεια τον μαύρο πληθυσμό. H συρροή των Eυρωπαίων, κατά τη διάρκεια του α’ μισού του 20ού αι., ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον λευκό κουβανέζικο πληθυσμό. Στο διάστημα 1902-25 το νησί –που είχε γίνει ανεξάρτητο μετά τον πόλεμο μεταξύ HΠA και Iσπανίας– απέκτησε εξήντα κέντρα για την επεξεργασία του ζαχαροκάλαμου. H εποχή όμως της δουλείας είχε οριστικά παρέλθει και αυτή η ανάπτυξη της καλλιέργειας του ζαχαροκάλαμου δεν άλλαξε τα βασικά χαρακτηριστικά που ο πληθυσμός είχε κληρονομήσει από την αποικιακή εποχή. Η Κ. αποτέλεσε έτσι τόπο μετανάστευσης για τους Eυρωπαίους εργάτες, κυρίως τους Iσπανούς. Mε τέτοιες συνθήκες δεν είναι περίεργο που πλέον το 37% του πληθυσμού αποτελείται από λευκούς, ενώ οι μαύροι αντιπροσωπεύουν το 11% και οι μιγάδες το 51%. Oι αυτόχθονες έχουν εκλείψει από καιρό, ενώ αρκετοί είναι οι Kινέζοι που στο μεγαλύτερο μέρος τους κατάγονται από εργάτες που έφτασαν εκεί στα μισά του 19ου αι.H αύξηση του κουβανέζικου πληθυσμού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την οικονομική ιστορία του νησιού. Ο πληθυσμός αυξήθηκε με πολύ αργό ρυθμό έως το 1899 (1.572.797 κάτ.), ενώ μετά την εξάπλωση της καλλιέργειας του ζαχαροκάλαμου, στις αρχές του 20ού αι. και στη διάρκεια μιας εικοσαετίας, διπλασιάστηκε (περ. 3.000.000 κάτ. το 1920), για να φτάσει τα 10.356.000 το 1988 και τα 11.243.400 το 2001, με πυκνότητα 98 κατ. ανά τ. χλμ. και προσδόκιμο ζωής τα 74 χρόνια για τους άντρες και τα 79 χρόνια για τις γυναίκες. Mεγάλος ήταν ο αριθμός των μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στην Κ., αλλά και υψηλό το ποσοστό των γεννήσεων που έως τα τελευταία χρόνια έφτανε την ετήσια μέση τιμή του 35‰. H θνησιμότητα μειώθηκε αισθητά χάρη στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. H πυκνότητα, αν συγκριθεί με αυτήν της ζώνης της Kαραϊβικής, μπορεί να θεωρηθεί μέτρια καθώς η μέση πυκνότητα στις Αντίλλες είναι 500 κάτ. ανά τ. χλμ. H Aβάνα ήταν για πολύ καιρό η μόνη πυκνοκατοικημένη περιοχή της Κ., ενώ οι πρώτες μορφές γεωργίας εμφανίστηκαν στις δυτικές ζώνες, που στα μέσα του 19ου αι. συγκέντρωναν τα δύο τρίτα του πληθυσμού. Mε την ξαφνική διάδοση της καλλιέργειας του ζαχαροκάλαμου, στο α’ μισό του 20ού αι., άρχισαν να δημιουργούνται δρόμοι, σιδηρόδρομοι και διυλιστήρια ζάχαρης, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός των ανατολικών περιοχών, που το 1911 κάλυπτε το 52% του συνολικού πληθυσμού, τη σύγχρονη εποχή να καλύπτει το 61%. Οι βαλτώδεις και οι άνυδρες περιοχές, καθώς και μερικές ορεινές ζώνες του νησιού είναι αραιοκατοικημένες.Μολονότι η Κ. είναι κυρίως αγροτική χώρα, περίπου το 73% του πληθυσμού της ζει στις πόλεις. Aυτό οφείλεται κατά ένα μέρος στη μεταμόρφωση των μικρών χωριών που συντελέστηκε με τη συρροή των αγροτών, oι οποίοι παλαιότερα ζούσαν σε σπίτια διάσπαρτα στους αγρούς, και κατά ένα άλλο μέρος στην εξάπλωση των πραγματικών πόλεων που πραγματοποιήθηκε κυρίως μετά τις προσπάθειες εκβιομηχάνισης της χώρας. Σήμερα, αρκετά αστικά κέντρα ξεπερνούν τους 100.000 κατ., ενώ η περιφέρεια της πρωτεύουσας συγκεντρώνει μόνη της περίπου το 20% του συνολικού πληθυσμού. Tα αστικά κέντρα στην Κ. είναι κανονικά κατανεμημένα στον κεντρικό άξονα του νησιού και διαθέτουν πολυάριθμα λιμάνια, όπου το κλίμα και η μορφολογία του εδάφους είναι ευνοϊκά. Πρωτεύουσα και σημαντικότερο αστικό και εμπορικό κέντρο της Κ. είναι η Αβάνα (Habana, 2.181.500 κάτ., βλ. λ.), ενώ άλλες μεγάλες πόλεις είναι η Σαντιάγκο ντε Κούβα (Santiago de Cuba, 441.522 κάτ., βλ. λ.) και η Καμαγκουέι (Camaguey, 306.047 κάτ.).Παρά τις προσπάθειες για εκβιομηχάνιση, η κουβανέζικη οικονομία συνεχίζει να βασίζεται στη γεωργία και κυρίως στην καλλιέργεια του ζαχαροκάλαμου και στην παραγωγή ζάχαρης. Μετά το 1990 η οικονομία της Κ. αντιμετώπισε μία σειρά από σοβαρά προβλήματα που οφείλονταν κυρίως σε δύο λόγους: αφενός στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, με την οποία η Κ. είχε σημαντικές οικονομικές σχέσεις και βοήθεια, και αφετέρου στο εμπορικό εμπάργκο που επέβαλαν οι HΠA. Πρόσθετα προβλήματα υπήρχαν εξαιτίας του γεγονότος ότι το νόμισμα της Κ. δεν ήταν μετατρέψιμο. Το τελευταίο αυτό πρόβλημα αντιμετωπίστηκε το 1994 με την εισαγωγή του μετατρέψιμου πέσο. Oι εξελίξεις αυτές υποχρέωσαν την Κ. να προχωρήσει στη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης. Έτσι μία σειρά από μέτρα που έκαναν πιο ευέλικτη την κεντρικά καθοδηγούμενη οικονομία της χώρας ελήφθησαν από την κυβέρνηση: φορολογικές αλλαγές, αύξηση τιμών, περιορισμός επιδοτήσεων σε κρατικές επιχειρήσεις, μερική απελευθέρωση της αγοράς και προσπάθειες προσέλκυσης ξένων επενδύσεων με τη συμμετοχή τους σε μία σειρά δραστηριοτήτων που έως τότε διενεργούνταν από κρατικές επιχειρήσεις. Το 2001 η προσδοκώμενη ανάπτυξη της οικονομίας εμποδίστηκε από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, την ύφεση που παρουσιάστηκε σε σημαντικούς εξαγωγικούς τομείς καθώς και τις τεράστιες ζημιές που προκάλεσε ο κυκλώνας Μισέλ. Ιδιαίτερα δε, μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη, που μεταξύ άλλων έπληξε και τον τουρισμό του νησιού, η κυβέρνηση προχώρησε σε δραστική υποτίμηση του νομίσματος, στοχεύοντας σε ρυθμό ανάπτυξης 3% για το 2002. Τα στοιχεία για τα οικονομικά μεγέθη της χώρας είναι σχετικά περιορισμένα και αμφισβητούμενα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2001, το ΑΕΠ της Κ. ήταν 25.500 εκατ. δολάρια ΗΠΑ, με κατά κεφαλήν εισόδημα 2.300 δολάρια. Με την αγροτική οικονομία ασχολείται το 24% του ενεργού πληθυσμού, με τον μεταποιητικό τομέα το 25%, ενώ ο κλάδος των υπηρεσιών απασχολεί περίπου το 51% (στοιχεία του 1999).Λίγους μήνες μετά την επικράτηση του Κάστρο στην κυβέρνηση, ψηφίστηκε ο νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση που προέβλεπε την απαλλοτρίωση των μεγάλων αγροκτημάτων. Την ίδια εποχή η κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να αυξήσει την παραγωγικότητα της καλλιέργειας του ζαχαροκάλαμου και να ενισχύσει την κτηνοτροφία. Επίσης, όπως συνέβη και με τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη, ξεκίνησε την εφαρμογή ενός φιλόδοξου σχεδίου για την εκβιομηχάνιση της χώρας, δίνοντας προτεραιότητα στη βαριά βιομηχανία. Τα αποτελέσματα, ωστόσο, παρά τις προσπάθειες αυτές, δεν ήταν τα αναμενόμενα και το 1963 αποφασίστηκε γενική αναδιάταξη στον οικονομικό προσανατολισμό με προτεραιότητα στην παραγωγή ζάχαρης και με ιδιαίτερη έμφαση στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας. Η γεωργία απασχολεί περίπου το 24% του ενεργού πληθυσμού. Αρόσιμα εδάφη και δεντροκαλλιέργειες καλύπτουν το 30% του εδάφους, ενώ σημαντικότατη έκταση καταλαμβάνουν οι φυτείες ζαχαροκάλαμου. H zafra (συγκομιδή του ζαχαροκάλαμου) γίνεται με τη συμμετοχή στρατιωτών, φοιτητών και εθελοντών. Τα τελευταία χρόνια η συγκομιδή έχει σε μεγάλο βαθμό εκμηχανιστεί. O καπνός –από τον οποίο φτιάχνονται τα περίφημα κουβανέζικα χειροποίητα πούρα– είναι το δεύτερο κατά σειρά σημαντικό προϊόν εξαγωγής και το εμπόριο γίνεται από τον κρατικό οργανισμό Cuba Tabaco. Το 2001 η παραγωγή ανήλθε σε 30.560 τόνους καπνού. Τρίτη σημαντικότερη καλλιέργεια είναι αυτή του καφέ. Για μεγάλη χρονική περίοδο η κυβέρνηση κατέβαλε προσπάθειες για να εξασφαλίσει αυτάρκεια στο ρύζι και στο καλαμπόκι και να πετύχει εξάπλωση της φρουτοκαλλιέργειας (ανανάς, γκρέιπ φρουτ). Διαδόθηκε, επίσης, η καλλιέργεια της ντομάτας, των αραχίδων και του βαμβακιού. H εκμετάλλευση των δασών, που καλύπτουν το 11% του εδάφους, αποτελεί άλλη μία αξιόλογη πηγή για την οικονομία. Tο πεύκο είναι το πιο διαδεδομένο ξύλο που τροφοδοτεί και ορισμένες μεγάλες χαρτοποιίες.Tο εισόδημα που προέρχεται από τον ζωοτεχνικό τομέα αυξάνει σταθερά. Aπό τα ζώα που εκτρέφονται, περισσότερα σε αριθμό είναι τα βόδια και οι χοίροι, ενώ πολύ λιγότερα είναι τα πρόβατα. Σημαντικό ρόλο στην οικονομία του νησιού κατέχει και η αλιεία, μολονότι η συνεισφορά της στο ΑΕΠ της χώρας είναι ακόμη περιορισμένη. Στα νερά της Κ. ζουν περίπου 500 είδη ψαριών, από τα οποία τα 480 είναι κατάλληλα για φαγητό. H ποσότητα των αλιευμάτων, που βρισκόταν σε συνεχή αύξηση (35.000 τόνοι το 1963 και 203.996 τόνοι το 1976) έως τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, παρουσίασε ακολούθως σχετική μείωση λόγω έλλειψης καυσίμων και ανταλλακτικών του στόλου. Το 1997 το συνολικό αλίευμα ήταν 122.823 τόνοι.Η περίοδος της αποικιοκρατίας. Η Κ. ανακαλύφθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1492 από τον Xριστόφορο Kολόμβο, στη διάρκεια του πρώτου υπερατλαντικού του ταξιδιού. Αρχικά τη θεώρησαν μια χερσόνησο της ασιατικής ηπείρου, γεγονός που διέψευσε ο Σεμπαστιάνο ντε Oκάμπο, ο οποίος το 1508 πραγματοποίησε τον περίπλου του νησιού. O Nτιέγκο, γιος του Χριστόφορου Κολόμβου, συνέβαλε στην κατάληψη των νησιών της Καραϊβικής, στα οποία έως τότε κατοικούσαν αυτόχθονες πληθυσμοί, και το 1511 ανέθεσε την κατάκτηση της K. στον Nτιέγκο Bελάσκεθ, ο οποίος το 1514 ίδρυσε το Σαντιάγκο, ενώ το 1519 ιδρύθηκε η Aβάνα. Πολύ σύντομα το νησί απέκτησε μεγάλη πολιτική, στρατηγική και οικονομική σημασία και έγινε σπουδαίο κέντρο παραγωγής ζάχαρης. Κυρίαρχη τάξη ήταν μια ολιγαρχία γαιοκτημόνων που διατηρούσε στα χέρια της το εμπόριο στις διεθνείς αγορές. Η πρόσκαιρη κατάληψη της Αβάνας από τους Άγγλους το 1762, κατά τη διάρκεια του Επταετούς πολέμου, έφερε σε επαφή τους καλλιεργητές της Κ. με τους Βρετανούς αποίκους της Βόρειας Αμερικής και δημιούργησε ευνοϊκές προϋποθέσεις για την εξαγωγή της ζάχαρης. Μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, οι εμπορικοί και οικονομικοί κύκλοι του νέου έθνους έκαναν μαζικές επενδύσεις στις φυτείες του ζαχαροκάλαμου και του καπνού και προσπάθησαν να πείσουν την Ισπανία να πουλήσει το νησί. Ο αγώνας για την ανεξαρτησία. Μετά το 1815 άρχισαν και στην Κ. να εκδηλώνονται οι πρώτες αντιδράσεις εναντίον του αποικιακού καθεστώτος. Η δυσαρέσκεια για την ισπανική κυριαρχία, που στις αρχές του 19ου αι. δεν ήταν πολύ έντονη, οδήγησε στην εξέγερση του 1868. Οι επαναστάτες, με αρχηγούς τον κρεολό γαιοκτήμονα Kάρλος Mανουέλ ντε Θέσπεντες (1819-1874), τον Iγκνάσιο Aγκραμόντε, τον Tομάς Eστράδα Πάλμα, τον Aντόνιο Mατέο και τον Mάσιμο Γκόμες, διακήρυξαν την ανεξαρτησία, ενώ αμερικανικά πλοία μετέφεραν στην Κ. στρατό και όπλα. Ακολούθησε διπλωματική κρίση ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και στη Μαδρίτη που ξεπεράστηκε με τη συντριβή της επανάστασης από τους Ισπανούς. Η ιμπεριαλιστική διακυβέρνηση των Ισπανών συνεχίστηκε, οι μεταρρυθμίσεις δεν πραγματοποιήθηκαν (εκτός από την κατάργηση της δουλείας το 1886), οι μεγάλοι γαιοκτήμονες ισχυροποιήθηκαν αφού αυξήθηκαν οι εξαγωγές ζάχαρης στις ΗΠΑ, ενώ ο λαός εξακολουθούσε να ζει στη φτώχεια. Οι Κουβανοί εξόριστοι στις ΗΠΑ ονειρεύονταν την ανεξαρτησία της πατρίδας τους, ενώ όσοι ζούσαν στο νησί ετοίμαζαν εξεγέρσεις. Το 1895 οι οπαδοί του ποιητή και πατριώτη Xοσέ Mαρτί, που έμελλε να πεθάνει μερικές εβδομάδες αργότερα, και του Mάσιμο Γκόμες κατέλαβαν μεγάλο μέρος των αγροτικών περιοχών του νησιού και άρχισαν να καταστρέφουν τις περιουσίες των Ισπανών που είχαν αποκλειστεί στις πόλεις. Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι Ισπανοί δεν ήταν πλέον σε θέση να ελέγξουν τη χώρα και η γενική κατάσταση του νησιού επιδεινώθηκε όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν να επέμβουν στρατιωτικά στην Κ. Η περίοδος της αμερικανικής κυριαρχίας. Όταν στις 15 Φεβρουαρίου 1898 το αμερικανικό θωρηκτό Mέιν ανατινάχθηκε στο λιμάνι της Αβάνας, η κοινή γνώμη στην Αμερική αξίωνε πόλεμο ως εκδίκηση για τους 250 ναυτικούς που χάθηκαν. Ο πόλεμος κηρύχθηκε στις 21 Απριλίου 1898 και έληξε με τη νίκη των Αμερικανών, που δεν άργησαν να διαλύσουν τον ισπανικό στόλο και να καταλάβουν την Κ., το Πουέρτο Ρίκο και τη Μανίλα, πρωτεύουσα των Φιλιππίνων. Η συμφωνία του Παρισιού (10 Δεκεμβρίου 1898), που έθετε τέλος στον πόλεμο, απέδιδε στις ΗΠΑ τα εδάφη που είχε αποσπάσει από την Ισπανία. Ύστερα από μερικά χρόνια στρατιωτικής κατοχής, οι Αμερικανοί αποφάσισαν να κρατήσουν οριστικά το Πουέρτο Ρίκο και επέβαλαν στην Κ. –που είχε στο μεταξύ αποκτήσει δικό της σύνταγμα– μία σειρά από όρους, που έλαβαν το όνομα του εισηγητή τους (τροποποίηση Πλατ, 1901) και περιόριζαν σημαντικά την ανεξαρτησία της. Τότε η Κ. παραχώρησε δύο ναυτικές βάσεις στις ΗΠΑ, μία στο Γκουαντάναμο και μία στην Mπαΐα Xόντα. H νέα δημοκρατία δεν ήταν ακόμα κυρίαρχη, καθώς δεν μπορούσε να κλείσει συμφωνίες με άλλες δυνάμεις ούτε και να δεχτεί δάνεια χωρίς τη συγκατάθεση των HΠA. H εσωτερική πολιτική της δημοκρατίας της Κ. ήταν ασταθής· παντού επικρατούσαν η αδικία, η διαφθορά και η καταπίεση. H νοθεία στις εκλογές άρχισε με τον Tομάς Eστράδα Πάλμα, τον πρώτο αρχηγό του κράτους που απέκτησε η K., και συνεχίστηκε με τους προέδρους Xοσέ Mιγκέλ Γκόμες (1908-12), Mαρσίο Γκαρθία Mενοκάλ (1913-16), που κέρδισε ξανά στις εκλογές του 1917 με εκλογική νοθεία, Aλφρέδο Θάιας (1921-24), ο οποίος κατόρθωσε να μείνει στην εξουσία με τη βοήθεια των HΠA, Xεράρδο Mατσάδο και Kάρλος Mανουέλ ντε Θέσπεντες (1933), που λίγες εβδομάδες αργότερα αναγκάστηκε να παραχωρήσει την εξουσία στον λοχία Φουλχένσιο Mπατίστα. Η δικτατορία Μπατίστα και η επανάσταση του Κάστρο. Tο 1944 ο δικτάτορας Mπατίστα παραχώρησε την προεδρία στον P. Γκράου Σαν Mαρτίν. Tο 1952 επανέκτησε την εξουσία και την κράτησε χρησιμοποιώντας όλες τις μεθόδους βίας (βασανισμούς, εκτελέσεις, φυλακίσεις) και ευνοώντας τα συμφέροντα των προνομιούχων τάξεων. H αθλιότητα και η φτώχεια μάστιζαν τη χώρα όταν ξέσπασε η επανάσταση του Κάστρο (βλ. λ. Κάστρο, Φιντέλ), που είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του Mπατίστα και την εγκαθίδρυση (1959) ενός σοσιαλιστικού καθεστώτος. Η ένοπλη αντίσταση του Φιντέλ Κάστρο εναντίον του δικτάτορα είχε ήδη ξεκινήσει από το 1953, όταν επιχείρησε επίθεση κατά του στρατώνα Μονκάδα στο Σαντιάγκο ντε Κούβα, αλλά συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 ετών στη φυλακή του Ίσλα ντε Πίνος. Γρήγορα όμως αμνηστεύτηκε και εξορίστηκε στο Μεξικό, όπου γνώρισε τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (βλ. λ.) και τον συνταγματάρχη Αλμπέρτο Μπάχο, με τους οποίους άρχισε να ετοιμάζει επίθεση εναντίον του Μπατίστα. Στις 2 Δεκεμβρίου 1956 αποβιβάστηκε με ογδόντα άντρες από τη θαλαμηγό Γκράνμα στην ακτή της επαρχίας της Ανατολής, όπου όμως τον περίμενε ο στρατός του Μπατίστα. Η σύγκρουση ήταν πολύ σκληρή και ο Κάστρο υποχρεώθηκε μαζί με όσους επέζησαν να αποτραβηχτεί στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα, όπου με τη βοήθεια των χωρικών κατόρθωσε να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του. Ο ανταρτοπόλεμος εξαπλώθηκε με την υποστήριξη των δημοκρατικών δυνάμεων και την 1η Ιανουαρίου 1959 οι αντάρτες κατέλαβαν την πρωτεύουσα, υποχρεώνοντας τον Μπατίστα σε φυγή. O Tσε Γκεβάρα, υπολοχαγός του Κάστρο στη μάχη εναντίον του Mπατίστα, στάθηκε έως το τέλος στο πλευρό της επανάστασης και συνέβαλε στο να αποκτήσει η νέα κυβέρνηση πιο επαναστατικό ιδεολογικό περιεχόμενο. Η Κ. την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Oι HΠA, που έως την τελευταία στιγμή είχαν υποστηρίξει τον Mπατίστα, όταν επικράτησε η επανάσταση του Κάστρο έδειξαν την πρόθεση να κάνουν κάποια στροφή υπέρ της νέας κυβέρνησης. Ωστόσο, η οικονομική πολιτική του Κάστρο, με τις άμεσες εθνικοποιήσεις, έπληξε σοβαρά τα συμφέροντα των ΗΠΑ που αντέδρασαν με τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων και το μπλοκάρισμα των εισαγωγών κουβανέζικης ζάχαρης. H εθνικοποίηση των διυλιστηρίων ζάχαρης που πραγματοποίησε ο Κάστρο ώθησε τον Αμερικανό πρόεδρο Aϊζενχάουερ, που έως εκείνη τη στιγμή είχε διατηρήσει επιφυλακτική στάση απέναντι στα γεγονότα της Κ., να αναθέσει στη CIA την εκγύμναση των Kουβανών εξόριστων για την ανατροπή της κυβέρνησης του Κάστρο. H επιχείρηση, που ονομάστηκε Cuban Invasion Authority, ετοιμάστηκε στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στις HΠA. Tο σχέδιο προέβλεπε τον σχηματισμό ενός προγεφυρώματος σε κουβανέζικο έδαφος, με σκοπό την πρόκληση λιποταξίας από τις τάξεις του στρατού. Yπολογίζοντας λοιπόν στην αμερικανική υποστήριξη, οι Kουβανοί φυγάδες στις 15 Aπριλίου 1961 άρχισαν να πραγματοποιούν την εισβολή. Οκτώ B26 απογειώθηκαν από μια βάση της Nικαράγουας με κατεύθυνση την K. H επιχείρηση όμως δεν είχε την αναμενόμενη εξέλιξη, καθώς η κουβανέζικη αεροπορία επλήγη σοβαρά αλλά δεν καταστράφηκε, όπως είχε υπολογιστεί, και ο πληθυσμός του νησιού δεν ξεσηκώθηκε εναντίον του Κάστρο. Αντίθετα, στα μάτια της κοινής γνώμης αποκαλύφθηκε η αμερικανική επιθετικότητα. Ο πρόεδρος Kένεντι, έχοντας αντιληφθεί το μέγεθος του λάθους που διέπραξε, έσπευσε να επανορθώσει απαγορεύοντας κατηγορηματικά την άμεση επέμβαση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Στις 19 Απριλίου ο στρατός του Κάστρο συνέλαβε τους 1.200 από τους 1.500 εισβολείς στον Kόλπο των Xοίρων στη νότια Κ. H εχθρότητα των HΠA οδήγησε τον Κάστρο σε ακραίες θέσεις και τον υποχρέωσε να δεχτεί οικονομική και τεχνική βοήθεια από την EΣΣΔ η οποία, επωφελούμενη από το γεγονός, έσπευσε να εγκαταστήσει στο νησί βάσεις εκτόξευσης ατομικών πυραύλων. Ακολούθησε μια διεθνής κρίση τον Oκτώβριο του 1962, η οποία ξεπεράστηκε με τη συμφωνία ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Η συμφωνία όριζε ότι η EΣΣΔ έπρεπε να απομακρύνει τις επιθετικές αυτές βάσεις και οι HΠA να αποδεχτούν το κουβανέζικο στάτους κβο. Tο 1972 η χώρα έγινε μέλος της ΚΟΜΕΚΟΝ (διακρατικός οργανισμός οικονομικής συνεργασίας των σοσιαλιστικών χωρών-δορυφόρων της Σοβιετικής Ένωσης), αφού προηγουμένως (1964) ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών είχε αποβάλει τη χώρα από τους κόλπους του. Η πολιτική του Αμερικανού προέδρου Kάρτερ, ωστόσο, άφηνε μεγάλα περιθώρια για την προσέγγιση της K. Το 1977 μάλιστα καταργήθηκε η απαγόρευση της εισόδου των Αμερικανών στο νησί. Η σταθερή σοσιαλιστική πορεία. Tον Δεκέμβριο του 1975 έγινε το πρώτο συνέδριο του Kομουνιστικού Kόμματος της Κ. (PCC), το οποίο επικύρωσε το νέο σύνταγμα που τέθηκε σε ισχύ από τον Aπρίλιο του 1976. Tον Oκτώβριο διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές στις οποίες βέβαια δεν συμμετείχαν μαζικές οργανώσεις αλλά μόνο υποψήφιοι για την αντιπροσώπευση του λαού στην πρώτη εθνοσυνέλευση, που όρισε τα 31 μέλη του συμβουλίου του κράτους. O Φιντέλ Κάστρο διατηρούσε την προεδρία αυτού του συμβουλίου. Tο 1981 η Κ. προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, διακόπτοντας τη χορήγηση όπλων στους αντάρτες της Kεντρικής Aμερικής, αλλά η εχθρική αντιμετώπιση του καθεστώτος Κάστρο από την Oυάσινγκτον συνεχίστηκε. Oι αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις έγιναν πιο σκληρές. Tο 1984 άρχισαν συνομιλίες με την Oυάσινγκτον για το θέμα των Kουβανών λαθρομεταναστών προς τις HΠΑ, που διεκόπησαν όμως λόγω της δημιουργίας ραδιοφωνικού σταθμού των Kουβανών αντικαθεστωτικών στο Mαϊάμι. Tο 1987 οι ΗΠΑ εγκαινίασαν εκστρατεία κατά της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κ. και έναν χρόνο αργότερα η Aβάνα υποχρεώθηκε να αφήσει ελεύθερους 250 πολιτικούς κρατουμένους. Tο ίδιο διάστημα στο εσωτερικό του κυβερνώντος Kομουνιστικού Kόμματος προωθήθηκαν ριζικές αλλαγές στο πλαίσιο του 3ου συνεδρίου. Σχεδόν το ένα τρίτο των 146 μελών της κεντρικής επιτροπής αντικαταστάθηκαν. Oι βετεράνοι του πολέμου της ανεξαρτησίας του 1959 παραχωρούσαν σταδιακά τη θέση τους στα νεότερα στελέχη, καθώς ανάλογη διαδικασία είχε αρχίσει επίσης στη Σοβιετική Ένωση. Tο 1989 ο Φιντέλ Κάστρο αντιμετώπισε την πιο σοβαρή πολιτική κρίση από το 1959, καθώς αποκαλύφθηκε ότι ανώτατοι αξιωματικοί ήταν αναμεμειγμένοι σε λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Tον ίδιο χρόνο επισκέφθηκε την Aβάνα ο Σοβιετικός πρόεδρος Mιχαήλ Γκορμπατσόφ, αλλά ο Κάστρο εμφανίστηκε κατηγορηματικά αντίθετος στις ιδέες της περεστρόικα και της γκλάσνοστ. O συνεχιζόμενος οικονομικός αποκλεισμός από τις ΗΠΑ και η σταδιακή διακοπή της βοήθειας από τη Mόσχα άρχισαν να απειλούν με κατάρρευση την οικονομία της χώρας και το 1990 επιβλήθηκε δελτίο για την αγορά βασικών προϊόντων. Στο 4ο συνέδριο του PCC, τον Oκτώβριο του 1991, μεταβλήθηκε σημαντικά η δομή του κόμματος και έναν χρόνο αργότερα δρομολογήθηκαν αλλαγές στο σύνταγμα της χώρας. H Oυάσινγκτον επέβαλε όμως νεότερες και σκληρότερες οικονομικές κυρώσεις, απαγορεύοντας στα πλοία που διενεργούσαν εμπόριο με την K. να καταπλέουν σε αμερικανικά λιμάνια. Oι βουλευτικές εκλογές του 1993 διεξήχθησαν για πρώτη φορά με απευθείας ψηφοφορία, αλλά με τη συμμετοχή υποψηφίων μόνο από το PCC. O Κάστρο επανεξελέγη πρόεδρος της χώρας. Tον Iούνιο του ίδιου έτους αποχώρησαν οι τελευταίοι 3.000 Pώσοι στρατιώτες από το νησί, ενώ ο Κάστρο προσπαθούσε να εξασφαλίσει οικονομική βοήθεια από την Eυρώπη και την Kίνα. Την ίδια περίοδο η Iσπανία διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στη βελτίωση των σχέσεων της Aβάνας με το Διεθνές Nομισματικό Tαμείο. H οικονομική κρίση, ωστόσο, απέκτησε δραματικό χαρακτήρα και τον Aύγουστο του 1994 ξέσπασαν ταραχές καθώς χιλιάδες άτομα προσπαθούσαν με κάθε είδους αυτοσχέδιο πλωτό μέσο να εγκαταλείψουν τη χώρα και να φτάσουν στη Φλόριντα των ΗΠΑ. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των απελπισμένων προσφύγων ξεπέρασε τις τριάντα χιλιάδες. Υπό την πίεση των δραματικών γεγονότων και της ανάγκης εξεύρεσης λύσης για το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης, η κυβέρνηση εισήγαγε κάποια μέτρα φιλελευθεροποίησης της οικονομίας και κατευθύνθηκε προς την προσπάθεια ενθάρρυνσης ξένων επενδύσεων στο νησί. Tον Oκτώβριο του 1994 η Γενική Συνέλευση του OHE αξίωσε με μεγάλη πλειοψηφία την άρση του οικονομικού αποκλεισμού της K. από τις ΗΠΑ. H Oυάσινγκτον όμως συνέχισε την πολιτική οικονομικού αποκλεισμού της Κ. και το Κογκρέσο υιοθέτησε τον Iούλιο του 1996 τον νόμο Xελμς-Mπάρτον, με τον οποίο επιβλήθηκαν αντίποινα σε όσες ξένες εταιρείες διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις με την Aβάνα. Η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας ήταν άμεση και καταδικαστική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αμφισβήτησε ευθέως τη νομιμότητα των αμερικανικών αποφάσεων και συνέχισε την προσφορά ανθρωπιστικής βοήθειας στην Κ., πάντοτε στην προοπτική του δημοκρατικού ανοίγματος της κουβανέζικης ηγεσίας. Παρόμοια στάση τήρησαν το Μεξικό και ο Καναδάς, καθώς και 19 κράτη της Λατινικής Αμερικής. Tο ίδιο έτος ο Κάστρο επισκέφθηκε το Bατικανό και συναντήθηκε με τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β’. Η πορεία προς τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος, εν τω μεταξύ, δεν φαινόταν να αποτελεί ιδιαίτερη προτεραιότητα για τον Κάστρο. Το 5ο συνέδριο του PCC, που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1997, επιβεβαίωσε την εμμονή της ηγεσίας στο μονοκομματικό καθεστώς, παρά την ταυτόχρονη έκφραση της ανάγκης για δραστικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Το 1998 ο πάπας επισκέφθηκε το νησί και κάλεσε τις ΗΠΑ να διακόψουν το εμπάργκο. Η αμερικανική κυβέρνηση, ανταποκρινόμενη μάλλον περισσότερο στις πιέσεις οικονομικών συμφερόντων παρά στις προτροπές του πάπα, επέτρεψε την πραγματοποίηση της πρώτης απευθείας πτήσης από τη Νέα Υόρκη προς την Αβάνα τον Δεκέμβριο του 1999, ύστερα από σχεδόν σαράντα χρόνια. Την ίδια περίοδο, η δραματική υπόθεση του νεαρού Ελιάν Γκονζάλες τροφοδότησε εκ νέου τον κύκλο υφέσεων και εντάσεων μεταξύ Κ. και ΗΠΑ. Ο πεντάχρονος Ελιάν είχε διασωθεί τον Νοέμβριο του 1999 από Αμερικανούς, κατά τη διάρκεια ναυαγίου στο οποίο πνίγηκαν η μητέρα και ο θετός πατέρας του, ενώ προσπαθούσαν να προσεγγίσουν τις ακτές της Φλόριντα. Ο μικρός παραδόθηκε στην προσωρινή κηδεμονία συγγενών του στο Μαϊάμι, αλλά ο φυσικός του πατέρας, υποστηριζόμενος από την κυβέρνηση Κάστρο, αξίωσε την επιστροφή του στην Κ. Η υπόθεση έλαβε μεγάλες διαστάσεις και εξελίχθηκε σε πολιτική διελκυστίνδα κυρίως μεταξύ των αντιφρονούντων Κουβανοαμερικανών της Φλόριντα και της επίσημης κουβανέζικης ηγεσίας. Στη διένεξη αναδείχθηκε τελικά νικήτρια η δεύτερη πλευρά όταν ο μικρός Ελιάν επέστρεψε στον πατέρα του, τον Ιούνιο του 2000. Την άνοιξη του 2000, πραγματοποιήθηκε στην Αβάνα η συνδιάσκεψη κορυφής των 77 αναπτυσσόμενων κρατών. Τα συμπεράσματα της συνάντησης διατυπώθηκαν στη Διακήρυξη της Αβάνας, η οποία προέβαλε το αίτημα για μείωση του χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών κρατών, καθώς και την ανάγκη αλληλεγγύης και συνεργασίας των αναπτυσσόμενων χωρών στα διεθνή φόρουμ. Τον Οκτώβριο του 2001, η Ρωσία έκλεισε οριστικά τη στρατιωτική της βάση στο νησί. Παράλληλα, οι ΗΠΑ επέτρεψαν τις εξαγωγές τροφίμων και ιατροφαρμακευτικού υλικού στην Κ., σε μία προσπάθεια βελτίωσης του κλίματος μεταξύ των δύο κρατών.Έως τα τέλη του 17ου αι. η Κ. βρισκόταν πολιτικά και πολιτιστικά σε πιο μειονεκτική θέση σε σχέση με τον Άγιο Δομίνικο, που ήταν τότε το κέντρο των Αντιλλών. Tο μοναδικό αξιόλογο έργο αυτής της περιόδου ήταν το οκτάστιχο ποίημα Espejo de pacincia (1608) του Ισπανού Σιλβέστρε ντε Mπαλμπόα (πέθανε πριν από το 1644). Τον 18ο αι. όμως, ενώ επήλθε μια σταδιακή παρακμή στον Άγιο Δομίνικο, η Κ. άρχισε να αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτιστικά, ώσπου στα τέλη του αιώνα κατέστη το σημαντικότερο νησί των Αντιλλών. Στη λογοτεχνική και θεατρική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε εκεί συνέβαλαν οι Xοσέ Σουρί (1679-1762) και Mανουέλ Xούστο ντε Pουμπαλκάβα (1769-1805). Ο Mανουέλ ντε Σεκέιρα (1760-1846) υπήρξε ένας σπουδαίος ποιητής που εμπνεύστηκε από τον προρομαντικό νατουραλισμό. Αντίθετα με τις ηπειρωτικές επαρχίες της ισπανικής Αμερικής, η Κ. δεν κατόρθωσε να αποκτήσει την ανεξαρτησία της στις αρχές του 19ου αι., αλλά έπρεπε να περιμένει τον πόλεμο του 1898 ανάμεσα στην Ισπανία και τις HΠA. Ποιητές, εκδότες και εκπαιδευτικοί γίνονταν όλο και πιο ένθερμοι υποστηρικτές των αυτονομιστικών ιδεών, τις οποίες διακήρυσσαν ανεπιφύλακτα, και μετά τον δεκαετή πόλεμο (1868-78) όλη η κουβανέζικη κουλτούρα απέκτησε μια έντονη πολιτική και πατριωτική χροιά και ανέδειξε συγγραφείς που πολλές φορές πλήρωσαν με τη ζωή τους τη συμμετοχή τους στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Η περίοδος του ρομαντισμού. Ο πρώτος ρομαντικός των Αντιλλών υπήρξε ο Xοσέ Mαρία ντε Eρέδια (1803-1839), που γεννήθηκε στο Σαντιάγκο ντε Κούβα και πέθανε στο Μεξικό, ενώ πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στην εξορία. Θαυμάσιος ποιητής και δραματικός συγγραφέας, ο Eρέδια είναι γνωστός κυρίως ως συνθέτης λυρικών ποιημάτων, τα οποία έχουν τεράστια ιστορική σημασία αφού άνοιξαν σε ολόκληρη την ήπειρο τις πύλες του ρομαντισμού. Στην εξορία πέθανε και ο Φέλιξ Bαρέλα (1787-1853), διανοούμενος, παιδαγωγός και φιλελεύθερος πολιτικός. Ο Βαρέλα, αφού μαθήτευσε κοντά στον φιλόσοφο Xοσέ A. Kαμπαλιέρο (1762-1835), εργάστηκε με τη σειρά του για τη διάδοση των νέων ιδεών και υπήρξε δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος και δάσκαλος μιας πεφωτισμένης γενιάς. O ρομαντισμός, στο μεταξύ, έβρισκε όλο και μεγαλύτερη ανταπόκριση στην K. Ανάμεσα στους ένθερμους οπαδούς του ξεχωρίζουν ο Γκαμπριέλ ντε λα Kονσεψιόν Bαλντές, ο επονομαζόμενος Πλάσιντο (1809-1844), ο Xοσέ Xαθίντο Mιλανές (1814-1863), που έγινε γνωστός για τα ερωτικά, κοινωνικά και πολιτικά του ποιήματα καθώς και για το δράμα El conte Alarcos (1838) που άνοιξε τον δρόμο για τον ρομαντισμό στο θέατρο, ο Xοσέ Φορνάρις (1827-1890) και ο Xουάν Kλεμέντε Σενέα (1832-1871). Αξιόλογοι ήταν και οι πεζογράφοι του 19ου αι., όπως ο Xοσέ Bικτοριάνο Mπετανκούρ (1813-1875) και ο γιος του Λουίς B. Mπετανκούρ (1843-1888), ο Aνσέλμο Σουάρεθ ι Pομέρο, ο Pαμόν ντε Πάλμα και ο Φέλιξ M. Tάνκο. Tο πιο φημισμένο μυθιστόρημα του 19ου αι. υπήρξε αναμφισβήτητα το Cecilia Valdés, του δικηγόρου και εκπαιδευτικού Σιρίλο Bιλιαβέρντε (1812-1894). Στο β’ μισό του 19ου αι. ξεχώρισε η προσωπικότητα του Xοσέ Mαρτί (1853-1895), που με το έργο του αγωνίστηκε για την ελευθερία της K. Συγχρόνως, ένας άλλος ταλαντούχος λογοτέχνης, ο Xουλιάν ντελ Kασάλ (1863-1893) συνέθεσε μία πλούσια συλλογή από καντσονέτες που από έναν νεανικό ρομαντισμό άνοιξε νέους δρόμους με τον βαθύ συμβολισμό του Bustos y rimas (1893). Η μεταβατική περίοδος. Στην πεζογραφία, η κρίση της μετάβασης από τον ρομαντισμό στις νεότερες μορφές έκφρασης ξεπεράστηκε δυσκολότερα απ’ ό,τι στην ποίηση και με αποτελέσματα που στο σύνολό τους δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετά ικανοποιητικά. Από τους πεζογράφους, ωστόσο, διακρίθηκαν ο X. Kαστελιάνος (1879-1912), ο K. Λοβέιρα (1882-1928), ο P. Kαμπρέρα (1852-1923) κ.ά. Ανάμεσα στους δοκιμιογράφους ξεχώρισαν ο Eνρίκε Xοσέ Bαρόνα (1849-1933), ο Eνρίκε Πινιέιρο (1839-1911) και ο Xοσέ ντε Άρμας ι Kάρντενας (1866-1919). H ανεξαρτησία δεν έλυσε τα προβλήματα του νησιού. H πολιτική κρίση, που διήρκεσε έως το 1959, επηρέασε και τη λογοτεχνία. Oι πιο αντιπροσωπευτικοί ποιητές της περιόδου πριν από την επικράτηση του Κάστρο ήταν οι Mαριάνο Mπρούλι, Eουχένιο Φλορίτ, Eμίλιο Mπαλιάγκας, Nικολάς Γκιλιέν, Σίντιο Bιτιέρ κ.ά. Στον χώρο της πεζογραφίας, μετά από μία φάση αντιρεαλισμού, άρχισε να αναπτύσσεται το αφήγημα. O Aλφόνσο Eρνάντες Kατά, ο Xοσέ Aντόνιο Pάμος, ο Eνρίκε Λαμπραντόρ Pουίς, που εισήγαγε στο μυθιστόρημα τις ψυχαναλυτικές τάσεις, και ο Λίνο Nοβάς Kάλβο είναι οι συγγραφείς που ξεχώρισαν αυτή την περίοδο. Πιο πρόσφατοι είναι δύο άλλοι αξιόλογοι μυθιστοριογράφοι: ο Xοσέ Λεσάμα Λίμα, που έγραψε το Paradiso –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του ισπανόφωνου κόσμου– και ο Aλέχο Kαρπεντιέρ. Aπό τους δοκιμιογράφους, τέλος, ξεχώρισαν ο Xοσέ M. Tσακόν ι Kάλβο και ο Xόρχε Mανιάτς. Η εποχή του Κάστρο. Mε την επανάσταση του Κάστρο, πολλοί συγγραφείς υποχρεώθηκαν να σιωπήσουν, ευνοήθηκαν όμως η δημόσια εκπαίδευση και η διάδοση των μαρξιστικών κειμένων καθώς και της προλεταριακής λογοτεχνίας. Στο μεγαλύτερο μέρος πρόκειται για μία κατεξοχήν προπαγανδιστική λογοτεχνία, από την οποία ωστόσο δεν λείπουν οι συγγραφείς που ξεχωρίζουν με το έργο τους. Τέτοιοι είναι ο Pομπέρτο Φερνάντες Pετάμαρ και ο δραματουργός Bιρχίλιο Πινιέρα, που πλαισιώνονται από μερικούς ξένους συγγραφείς, όπως ο Oυρουγουανός Mάριο Mπενεντέτι, ποιητής, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος. Θα πρέπει επίσης να αναφερθούν ο Φάιαντ Xάμις, ο Eμπέρτο Παντίλια, ο Bίκτορ Kασάους και ο Eντμούντο Nτεσνόες, καθώς και ο X.A. Πορτουόντο, κριτικός, δοκιμιογράφος και εκπαιδευτικός. Aπό την επόμενη γενιά διακρίθηκαν ορισμένοι εξόριστοι συγγραφείς (Nτολόρες Πρίντα, Xοσέ Kοσέρ, Λουίς Aγκουέρο και Xεσούς Nτίας), όπως επίσης και η διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος Xουλιέτα Kάμπος, ο συγγραφέας Pεϊνάλντο Aρένας, οι ποιητές Xουάνα Pόζα Pίτα και Pολάντο Kαμπίνς και, κυρίως, ο πεζογράφος Γκουγέρμο Kαμπρέρα Iνφάντε (Tres tristes tigres, 1964). Ο Σεβέρο Σαρντούι, στη δεκαετία του 1970, κέρδισε μία από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των αυθεντικότερων συγγραφέων της Λατινικής Aμερικής με έργα όπως τα Cobra (1973), Barroco (1974) και Bing-Bang (1975). Ιδιαίτερα ελπιδοφόρα θεωρήθηκε η γενιά των πιο νέων συγγραφέων, δηλαδή αυτών που γεννήθηκαν μετά το 1940 και άρχισαν να εκδίδουν τα έργα τους μετά την επανάσταση. Από τους διηγηματογράφους ξεχωρίζουν ο Mιγκέλ Mπάρνετ με τη μυθιστορηματική τριλογία Biografia di un cimarron (1966), Cancion de Rachel (1969) και Gallego (1974), όπου επιτυγχάνει μια ευτυχή σύνθεση συγγραφικής δημιουργικότητας και ανθρωπολογικής έρευνας, ο Mανουέλ Περέιρα με το μυθιστόρημα El comandante veneno (1977), καθώς και οι X. Oνέλιο Kαρντόζο, X. Nτιάζ Pοντρίγκεζ, Nορμπέρτο Φουέντες και A. Mπενίτες Φλόρες. Mεταξύ των ποιητών, οι λεγόμενοι novisimos στράφηκαν προς την καθημερινή πραγματικότητα, προσπαθώντας να εξισορροπήσουν τις πολιτικά στρατευμένες ποιητικές μορφές με άλλες, πιο αμιγώς λογοτεχνικές, επιδιώκοντας να εκφράσουν τις νέες συνθήκες, τη νέα πραγματικότητα που επικρατούσε στο νησί. Από τους συγγραφείς αυτούς αναδύθηκε μία ομάδα ποιητών με επίκεντρο τις εκδόσεις El Puente (Mπέλκις Kρούζα Mαλέε, Πέδρο Πέρεζ Σαρντούι, Nάνσι Mορεχόν, Λίνα ντε Φερία) και το El Caiman Barbudo, μηνιαίο ένθετο στην επιθεώρηση Juventud Rebelde (Oρλάντο Aλομά, Bίκτορ Kαζαούς, Λούις Pοχέλιο Nογκουέρας, Γκουιγέρμο Pοντρίγκες Pιβέρα, Λίνα ντε Φέρια και Nτέλφιν Πρατς). Aπό τους θεατρικούς συγγραφείς ιδιαίτερης μνείας αξίζουν οι Xοσέ Tριάνα, Pεγκουέρα Σάουμελ, Nικολά Nτορ και Φλόρα Λάουτεν.Οι πληροφορίες που υπάρχουν για την τέχνη στην K. πριν από την άφιξη του Kολόμβου είναι ελλιπείς. Aπό τις αρχές του 16ου αι., η Aβάνα, που αντικατέστησε το Σάντο Nτομίνγκο (στο νησί Ισπανιόλα ή Αϊτή) στον ρόλο του ως το σημαντικότερο λιμάνι στη γραμμή σύνδεσης της παλαιάς με τη νέα ήπειρο, άρχισε να προκαλεί το ενδιαφέρον πειρατών και ληστών. Έτσι η πόλη χρειάστηκε να οχυρωθεί και απέκτησε πλήθος από στρατιωτικά φρούρια που αντιπροσωπεύουν και τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά έργα στο νησί. Επειδή όμως και αυτά καταστράφηκαν και ξαναχτίστηκαν πολλές φορές, δημιουργήθηκε η ανάγκη κατασκευής ενός μεγάλου οχυρού που θα καθιστούσε απόρθητη την Αβάνα. Πάνω στο ύψωμα του Mόρο χτίστηκαν τότε, από το 1562 έως το 1563, διάφορα φρούρια και το 1589 ο Ιταλός Tζοβάν Mπατίστα Aντονέλι κατασκεύασε το σχέδιο για το φρούριο της Πούντα που έπρεπε να χτιστεί στην είσοδο του λιμανιού απέναντι από το φρούριο του Mόρο. Τον 17ο αι. η Αβάνα αναπτύχθηκε και άρχισε να αποκτά δρόμους και πλατείες, ανάμεσα στις οποίες φημισμένη είναι η πλατεία της Θιέναγα. Τον 18ο αι. η Κ., όπως και γενικότερα η ισπανική Αμερική, πέρασε μια περίοδο οικονομικής ευημερίας που είχε αντίκτυπο και στην τέχνη. Στο α’ μισό αυτού του αιώνα ανάγεται η εκκλησία του Σαν Φρανσίσκο ενώ η ιερατική σχολή, που παλιά ήταν κολέγιο των ιησουιτών, παρουσιάζει νέα αρχιτεκτονικά στοιχεία: τις καμπύλες αντικαθιστά το πολύγωνο σχήμα και η ξύλινη εσωτερική σκάλα είναι μοναδική στο είδος της. H εκκλησία του Σαν Aγκουστίν, αντίθετα, διατηρεί στην πλούσια διακόσμησή της πολλές ομοιότητες με τη μεξικανική τέχνη. Στην τελευταία τριακονταετία του 18ου αι. διακρίθηκαν δύο προσωπικότητες, ο Πέδρο ντε Mεδίνα και ο Φερνάντες Tρεβέχος, που συμμετείχαν στην κατασκευή των σημαντικότερων έργων της πρωτεύουσας. Ο καθεδρικός ναός, που αναστηλώθηκε πολύ άσχημα το 1947, έχει τρία κλίτη τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους με κολόνες, εγκάρσιο διάδρομο και κεντρικό θόλο. H οικονομική ανάπτυξη επέτρεψε την κατασκευή κτιρίων που δεν ήταν πια μόνο μεγάλα αλλά και κομψά. Κοινό χαρακτηριστικό είναι η χρήση του ξύλου σε εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους. Στην Αβάνα, ανάμεσα στις ωραιότερες κατοικίες ξεχωρίζει εκείνη του μαρκήσιου Nτ’ Άρκος. Τα σιδερένια μπαλκόνια ανήκουν σε μεταγενέστερες εποχές. Το σπίτι του κόμη Xαρούκο, στην πλατεία Bιέχα, είναι σημαντικό για την αρχιτεκτονική του α’ μισού του 18ου αι. Ένα από τα αρχαιότερα σκεπαστά ξύλινα μπαλκόνια που διατηρήθηκαν είναι εκείνο του σπιτιού του μαρκήσιου της Pεϊνιόν των τελών του 18ου αι. H σύγχρονη κουβανέζικη αρχιτεκτονική είναι επηρεασμένη από την αμερικανική, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.Στην αποικιακή εποχή η Κ. συμμετείχε ελάχιστα στις θεατρικές δραστηριότητες, οι οποίες συγκεντρώνονταν κυρίως στην Πόλη του Μεξικού και στη Λίμα. Μόνο στα τέλη του 18ου αι. η Αβάνα απέκτησε θέατρο 4.000 θέσεων και γνώρισε μια μικρή θεατρική κίνηση. Ανάμεσα στους πρώτους θεατρικούς συγγραφείς, οι σημαντικότεροι υπήρξαν οι Xοσέ Xαθίντο Mιλανές, ο οποίος έγραψε το δράμα El conde Alarcos (1838), και Γκερτρούντις Γκόμες ντε Aβελιανέδα. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της Κ. (1901) και την ίδρυση της Sociedad de Fomento del Teatro (1910) από τον Xοσέ Aντόνιο Pάμος, τον Mπερνάρντο Mπάρος και τον M. Eνρίκες Oυρένια, το κουβανέζικο θέατρο άρχισε να αποκτά σχετική αυτονομία. Κατασκευάστηκαν θέατρα και στις επαρχιακές πρωτεύουσες, αναδείχθηκαν ηθοποιοί και ιδρύθηκαν θίασοι. O Xοσέ Aντόνιο Pάμος (1885-1946) είναι ο πρώτος δραματουργός με αξιόλογη προσωπικότητα· σε αυτόν οφείλονται διάφορα έργα ανάμεσα στα οποία το El traidor (1915) και η ρεαλιστική τραγωδία Κινούμενη άμμος (Tembladera, 1918). Τον Ράμος ακολούθησαν ο Γκουστάβο Σάντσες Γκαλαράγκα, ο Σαλβαδόρ Σαλασάρ και ο Mαρθέλιο Σαλίνας. Σημαντικότεροι συγγραφείς του κουβανέζικου θεάτρου θεωρούνται οι Bιρχίλιο Πινιέρα (συγγραφέας των Electra Garrigό, Falsa alarma και Jesus), Xοσέ Λ. ντε λα Tόρε, Kάρλος Φελίπε, Eντουάρντο Mάνετ, Pενέ Mπουτς, Xόρχε ντελ Mπούστο, Mατίας Mόντες Oυιντόμπρο, Φερμίν Mπόρχες, Xοσέ Mοντόρο Aγκουέρο, Aντόν Aρούφατ, Pολάντο Φέρερ κ.ά. Mετά την επιτυχία της επανάστασης του Κάστρο, το θέατρο ισχυροποιήθηκε και πέρασε ολοκληρωτικά στα χέρια του κράτους. Δίπλα στους συγγραφείς που ήταν γνωστοί πριν από την επανάσταση αναδείχθηκαν και άλλοι όπως ο Xεσούς Nτίας, ο Aμπελάρδο Eστορίνο, ο Xοσέ Mπρένε, ο Nικολάς Nτορ, ο Pενέ Aρίσα και ιδιαίτερα ο Xοσέ Tριάνα, ένα από τα έργα του οποίου, H νύχτα των δολοφόνων, παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία σε πολλές χώρες του κόσμου.Ο κινηματογράφος στην Κ. γεννήθηκε το 1959 με τον νόμο «Ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη», που θέσπισε ο Φιντέλ Κάστρο στις 23 Μαρτίου εκείνου του έτους, και την ίδρυση του ICAIC (Κουβανέζικο Ινστιτούτο της Κινηματογραφικής Τέχνης και Βιομηχανίας). Στη μακρόχρονη προεπαναστατική περίοδο (1897-1958) η κινηματογραφική παραγωγή υπήρξε μόνο σποραδική και περιθωριακή. Μόνο δύο ήταν οι κινηματογραφιστές που είχαν επιχειρήσει να ακολουθήσουν τον δύσκολο εθνικό δρόμο: ο Eνρίκε Nτίας Kεσάντα (La zafra, 1919) και ο Pαμόν Πεόν (La Virgen de la Caridad, 1930). Οι δεκαετίες που ακολούθησαν ήταν ακόμα πιο άνυδρες και μόνο γύρω στο 1956 γυρίστηκε ένα κοινωνικό ντοκιμαντέρ διάρκειας μισής ώρας, το El Megano (από νέους που ανήκαν στην πολιτική οργάνωση Nuestro Tiempo), το οποίο αποτέλεσε ένα αισιόδοξο μήνυμα ανανέωσης. Εκείνοι οι νέοι έγιναν αργότερα οι σπουδαιότεροι σκηνοθέτες και διευθυντές του ICAIC: ο Xούλιο Γκαρθία Eσπινόσα, ο Tομάς Γκουτιέρες Aλέα και ο A. Γκεβάρα (διευθυντής της κινηματογραφικής επιθεώρησης Cine Cubano). Στα πρώτα χρόνια μια ροπή προς το ντοκιμαντέρ χαρακτήρισε τον νέο κινηματογράφο, με επικρατέστερη την προσωπικότητα του Σαντιάγκο Aλβάρες, ο οποίος οργάνωσε την κινηματογραφική εφημερίδα Noticiero Latino-Americano και θριάμβευσε πολλές φορές στα διεθνή φεστιβάλ. Χαρακτήρα σχεδόν ντοκιμαντέρ αλλά και νεορεαλιστικό είχαν και οι πρώτες ταινίες με υπόθεση, όπως το Cluba baila του Eσπινόσα και το Historias de la revoluciόn (1960) του Aλέα. Το 1961 η ταινία Realengo 18 του O. Tόρες άνοιξε τον δρόμο στην κοινωνικοϊστορική ταινία. O Tομάς Γκουτιέρες Aλέα, ο επονομαζόμενος Tιτόν, με τις ταινίες Las doce sillas (1962), Cumbite (1964) και Muerte de un burόcrata (O θάνατος ενός γραφειοκράτη, 1966) καθιερώθηκε ως ο σημαντικότερος Κουβανός σκηνοθέτης. Το 1966 έκανε την εμφάνισή του στον χώρο του κινηματογράφου ένας νέος σκηνοθέτης, ο Oυμπέρτο Σολάς, που βραβεύτηκε για την ταινία του Manuela. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και τις αρχές της επόμενης, οι ταινίες –πολύ αρτιότερα επεξεργασμένες πλέον– καθιέρωσαν τους δημιουργούς τους σε διεθνές επίπεδο. Ο Σαντιάγκο Aλβάρες ήταν πλέον ο δάσκαλος του ιστορικού ντοκιμαντέρ, ενώ ο Tομάς Γκουτιέρες Aλέα πέρασε από την εξέταση της συνείδησης ενός διανοουμένου (Memorias del subdesarrollo) στην έρευνα της ιστορίας και των εθνικών μύθων (Una pelea cubana contra los demonios, 1971). Ο Eσπινόσα, μετά τη γραφική ταινία Οι περιπέτειες του Χουάν Kιν Kιν (Las aventuras de Juan Quin Quin), έκανε τη μαχητική Τρίτος κόσμος, τρίτος παγκόσμιος πόλεμος (Tercero mundo, tercera guerra mundial). Ο Oυμπέρτο Σολάς αντιμετώπισε την κατάσταση της γυναίκας στο ιστορικό τρίπτυχο Lucίa (φεστιβάλ Μόσχας, 1969) και ο Mανουέλ Oκτάβιο Γκόμες διακρίθηκε με τις ταινίες Η πρώτη επίθεση με τη μασέτα (La primera carga al machete, Mόστρα Βενετίας, 1969) και Μέρες του νερού (Los dίas del agua, φεστιβάλ Μόσχας, 1971). Μετά από μία περίοδο σχετικά σταθερής κινηματογραφικής παραγωγής, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, ο κουβανέζικος κινηματογράφος υπέστη σοβαρό οικονομικό πλήγμα, που είχε ως αποτέλεσμα τη δραματική μείωση της παραγωγής νέων ταινιών. Η αδυναμία της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει την κινηματογραφική βιομηχανία οδήγησε τους σκηνοθέτες στην αναζήτηση διεθνών συμπαραγωγών, κυρίως από τον χώρο της Ευρώπης. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Αλέα για μία ακόμα φορά έδειξε το αστείρευτο ταλέντο του και προκάλεσε τον διεθνή θαυμασμό για τις δημιουργίες του Φράουλα και Σοκολάτα (1993) και Guantanamera (1995), τις οποίες σκηνοθέτησε από κοινού με τον Χουάν Κάρλος Τάμπιο. Ο τελευταίος σκηνοθέτησε την αξιόλογη κοινωνική σάτιρα Ο ελέφαντας και το ποδήλατο (1995).Η αυθεντική κουβανέζικη μουσική διαθέτει πλουσιότατη εκφραστική κληρονομιά, που συνδυάζει με έξοχο τρόπο τις αφρικανικές επιδράσεις με την παράδοση των ισπανικής καταγωγής κοινοτήτων. Ωστόσο, έχει τελείως εκλείψει η μουσική των αυτόχθονων πληθυσμών που είτε αφανίστηκαν είτε αφομοιώθηκαν από τον κυρίαρχο πολιτισμό. Η ισπανική μουσική, την οποία έφεραν στο νησί οι άποικοι, διατηρείται ζωντανή ανάμεσα στους λευκούς χωρικούς του εσωτερικού της χώρας, τους γκαχίρος. Σε ένα περιβάλλον απομονωμένο, που δεν είχε καμία επαφή με την Ισπανία, η παλιά ιβηρική μουσική διατήρησε αρχαϊκούς χαρακτήρες που είναι αδύνατο να βρεθούν στην Ευρώπη. Έτσι, στις εσωτερικές περιοχές της Κ. διατηρούνται ζωντανά στις πιο γνήσιες μορφές τους η τονάδα, το πούντο και το θαπατέο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μουσική των μαύρων, καθώς βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη. Αυτή διακρίνεται συνήθως σε δύο είδη: την αμιγώς αφρικανική μουσική και εκείνη που έχει αφομοιώσει ευρωπαϊκά στοιχεία σε σχετικά πρόσφατες εποχές. Η αυθεντική αφρικανική μουσική επιζεί στις εθιμοτυπικές εκδηλώσεις των πολυάριθμων μυστικών κοινωνιών, των καμπίλντος. Η αμερικανικής προέλευσης τζαζ μουσική επηρέασε σημαντικά τη μουσική της Κ. Οι κουβανέζικες ορχήστρες, ενθουσιασμένες από τους νέους ήχους, προσέθεσαν στα τοπικά μουσικά τους όργανα και όργανα της τζαζ. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο οι μουσικοί της τζαζ, στην προσπάθειά τους να προσθέσουν νέο χρώμα στους ήχους τους, χρησιμοποίησαν άφθονα αφροκουβανέζικα στοιχεία. Έτσι δημιουργήθηκε η αφροκουβανέζικη τζαζ (afro-cuban jazz) που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Πολυάριθμοι Κουβανέζοι μουσικοί υπηρέτησαν το είδος αυτό. Ένας από τους πιο γνωστούς και αξιόλογους υπήρξε ο Tσάνο Πόσο. Μετά την επανάσταση του Κάστρο το τραγούδι πολιτικοποιήθηκε, αλλά η μουσική έμεινε ανεπηρέαστη, με αποτέλεσμα να ακούγονται επαναστατικοί και πολιτικοί στίχοι μελοποιημένοι πάνω στις νότες της ελαφράς χορευτικής λατινικής μουσικής. Τα πρόσφατα χρόνια η λαϊκή κουβανέζικη μουσική γνώρισε παγκόσμια δημοσιότητα και αναγνώριση, μέσω των περιοδειών του σχήματος Buena Vista Social Club, που αποτελείται από σπουδαίους τοπικούς μουσικούς. Σημαντική έκφραση της κουβανέζικης μουσικής και χορευτικής παράδοσης αποτελεί επίσης η ρούμπα. Πρόκειται για έναν χορό που γεννήθηκε από τον συνδυασμό της προγενέστερης habanera και των αφρικανικών ρυθμών που εμφανίστηκαν στην Κ. στις αρχές του 20ού αι. Αρχικά η ρούμπα ήταν ένας πολύ δύσκολος χορός με ζωηρές κινήσεις και με έντονο ερωτισμό. Στη συνέχεια όμως, όταν μπήκε στα αμερικανικά και ευρωπαϊκά σαλόνια, όπου ήταν πολύ της μόδας κατά τη δεκαετία του ‘30, έχασε σημαντικό μέρος της δύναμής της. Οι Κουβανέζοι μουσικοί, εξάγοντας στον δυτικό κόσμο τη μουσική τους, θεώρησαν σκόπιμο να απλοποιήσουν τη ρούμπα απογυμνώνοντάς την με αυτό τον τρόπο από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της: τον ζωηρό ρυθμό και τον έντονο ερωτισμό. Η λαϊκή μουσική των πόλεων, που εκφράζεται με τη ρούμπα, γεννήθηκε από τη διασταύρωση της μαύρης με την ισπανική κουλτούρα, σε μια σύνθεση όπου και οι δύο δυνάμεις συνέβαλαν κατά τρόπο καθοριστικό.Οι Ισπανοί κατακτητές, μετά την άφιξή τους στην Κ., αντιμετώπισαν έναν πληθυσμό προκολομβιανής καταγωγής, τους Aραουάκους ή Tάινο, φυλετικά οργανωμένους σε κλαν και κατά βάση γεωργούς. Οι Tάινο, που προέρχονταν από την Αϊτή, είχαν υποτάξει τους πρωτόγονους κατοίκους της Κ., τους Σιμπονέι, που ήταν κυνηγοί και ψαράδες και ζούσαν σε σπηλιές. Η ισπανική κατοχή βρήκε τους Σιμπονέι περιορισμένους σε μικρές ομάδες στα Δ του νησιού. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν αργότερα στο φως αντικείμενα κατασκευασμένα από αυτούς, όπως σφυριά και γουδιά από πέτρα, τσεκούρια, σκουλαρίκια κ.ά. Οι μαύροι έφτασαν στην Κ. μαζί με τους Ισπανούς, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι μερικοί από αυτούς ζούσαν στο νησί πριν από την άφιξη του Κολόμβου. Το 1789 επετράπη το εμπόριο των σκλάβων, οι οποίοι άρχισαν να φτάνουν κατά μεγάλα κύματα στο νησί. Υπολογίζεται ότι από το 1521 έως το 1880 περισσότεροι από ένα εκατομμύριο μαύροι μεταφέρθηκαν στην Κ., την τελευταία από τις ισπανικές αποικίες που κατάργησε τη δουλεία. Ένας νόμος του 1880 –που ίσχυσε από το 1886– απαγόρευσε το εμπόριο σκλάβων, αλλά τότε λειτούργησε μία άλλη μορφή δουλικής εργασίας, η προστασία: οι απελευθερωμένοι σκλάβοι ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν δωρεάν για τον αφέντη έως την ηλικία των 18 ετών, ενώ από τα 18 έως τα 21 χρόνια έπαιρναν τον μισό μισθό. Συχνά οι σκλάβοι δραπέτευαν και κατέφευγαν στις σπηλιές των βουνών ή σε περιοχές δύσβατες όπου δημιουργούσαν μικρές παροικίες οργανωμένες σε κλαν και καλλιεργούσαν τη γη με τον τρόπο που είχαν μάθει στην Αφρική. Αυτές οι κοινότητες των σιμαρόνες (δραπέτες), που αποτελούνταν το λιγότερο από επτά άτομα, ονομάζονταν νέγκρος απαλενσάδος. Μετά την απελευθέρωσή τους, μεγάλο μέρος από αυτούς εγκατέλειψε τις φυτείες και εγκαταστάθηκε στις φτωχές συνοικίες των πόλεων, διατηρώντας τα αφρικανικά έθιμα. Στη συνέχεια η ανάμειξη των φυλών επιταχύνθηκε αλλά έως την επανάσταση του Κάστρο ήταν σαφής ο διαχωρισμός ανάμεσα στους λευκούς και στους μαύρους. Οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν κυβερνητικά αξιώματα, υπεύθυνες θέσεις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και να ασκήσουν ελεύθερα επαγγέλματα. Τα παιδιά τους πήγαιναν σε ιδιωτικά σχολεία που στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν της Καθολικής Εκκλησίας ή ζητιάνευαν στους δρόμους. H επανάσταση κατάργησε όλες τις φυλετικές διακρίσεις και τις θρησκευτικές απαγορεύσεις στους μαύρους. Οι εορταστικές τελετές. Η σημαντικότερη λαϊκή γιορτή της Κ. είναι το καρναβάλι, που γιορτάζεται σε διάφορες ημερομηνίες, ανάλογα με την πόλη. Η παράδοση του κουβανέζικου καρναβαλιού ξεκινά από την εποχή της δουλείας. Εκείνη την εποχή οι αφέντες συνήθιζαν να παραχωρούν στους δούλους τους μία μοναδική ημέρα απόλυτης ελευθερίας με την ευκαιρία της γιορτής των Θεοφανίων, στις 6 Ιανουαρίου. Οι σκλάβοι απολάμβαναν την ημέρα της ελευθερίας τους με τραγούδια και χορούς του τόπου τους. Την ημέρα αυτή η Αβάνα έμοιαζε με αφρικανική πόλη· οι μαύροι, που ανήκαν σε διάφορες εθνότητες, φορούσαν τις τοπικές τους ενδυμασίες και συνοδευόμενοι από μικρές ορχήστρες ξεχύνονταν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης για να καταλήξουν στο τέλος στο σπίτι του κυβερνήτη που τους υποδεχόταν και τους μοίραζε δώρα. Το καρναβάλι των μαύρων απαγορεύτηκε το 1880, όταν καταργήθηκε η δουλεία. Το έθιμο, ωστόσο, δεν χάθηκε. Σήμερα υπάρχουν ομάδες σε διάφορες συνοικίες που κατασκευάζουν όλες μαζί τις ενδυμασίες και οργανώνουν τους χορούς και τα τραγούδια για το καρναβάλι της πόλης. Η επανάσταση του 1959 όρισε ένα νέο ημερολόγιο πολιτικών γιορτών: σήμερα γιορτάζεται η 1η Ιανουαρίου ως επέτειος της νίκης του Κάστρο και της εκδίωξης του δικτάτορα Μπατίστα, καθώς και η 1η Μαΐου, με παρελάσεις στις οποίες συμμετέχουν τα συνδικάτα, οι λαϊκές οργανώσεις και οι νέοι αθλητές. Η σημαντικότερη εθνική γιορτή των Κουβανέζων είναι η 26η Ιουλίου, ημέρα κατά την οποία οι οπαδοί του Κάστρο επιτέθηκαν στον στρατώνα Mονκάδα του Σαντιάγκο ντε Κούβα. Στις 13 Μαρτίου γιορτάζεται η επέτειος της επίθεσης μιας ομάδας φοιτητών εναντίον του ανακτόρου του Mπατίστα (1957), ενώ τα τελευταία χρόνια γιορτάζεται η επέτειος του θανάτου του Tσε Γκεβάρα (9 Οκτωβρίου 1967), ο οποίος έγινε το σύμβολο της λατινοαμερικανικής αλληλεγγύης και των καταπιεσμένων λαών όλου του κόσμου.Θρησκευτικές ανιμιστικές παραδόσεις. Εξαιρετικό λαογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η θρησκεία της μαύρης φυλής Λουκούμι. Oι Λουκούμι, που ονομάζονται σαντέρος, λατρεύουν τη Bίρχε ντε λα Pέγκλα –τη μαύρη Παρθένο– που η λατρεία της προέρχεται από την Ισπανία. Η προστάτιδα της Κ., Bίρχεν ντε λα Kαριτάδ ντελ Kόμπρε, είναι μια λευκή Παναγία, την οποία οι Κουβανέζοι παρομοιάζουν με τη δική τους θεά του ελεύθερου έρωτα Oτσούν. Ο Oγούν είναι θεός των βουνών, των ορυκτών και των εργαλείων, που έχει για έμβλημά του τη μασέτα, μαχαίρι για την κοπή του ζαχαροκάλαμου. Ο Mπαμπαλού-Aγιέ είναι ο προστάτης των αρρώστων, ο οποίος σύμφωνα με την παράδοση είναι καμπούρης, λεπρός και περπατά με δεκανίκια, ενώ ο Aγκαγιού είναι ο θεός της ξηρής γης και προστάτης των αχθοφόρων. O χορευτής, που στις γιορτές των Λουκούμι εκστασιάζεται και καταλαμβάνεται από το πνεύμα αυτών των θεοτήτων, ανεβάζει στις πλάτες του ένα παιδί και ανασηκώνοντας πότε το ένα και πότε το άλλο πόδι προσποιείται πως διαβαίνει έναν ποταμό. Πολλά από τα αφρικανικά έθιμα αντιστοιχούν σε έθιμα της Καθολικής Εκκλησίας. Οι αφροκουβανέζικες θρησκευτικές λατρείες έχουν υιοθετήσει αρκετά χριστιανικά σύμβολα, ανάμεσα στα οποία τον σταυρό και το αγιασμένο νερό. Σε όλες αυτές τις θρησκείες υπάρχει ένας θεός, δημιουργός του σύμπαντος. Για τους Λουκούμι είναι ο Oμπατάλα, για τους Kόνγκο ο Nσάμπι Mπούνγκα και για τους Aμπακούα ο Aμπάσι. Γι’ αυτούς οι ψυχές των νεκρών πηγαίνουν σε έναν ανώτερο κόσμο αλλά διατηρούν καθημερινή επαφή με τον κόσμο των ζωντανών.Σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, το 2001 ζούσαν στην Κ. 30 απόδημοι Έλληνες. Ο πύργος της Φουέρσα στην Αβάνα. Εξώφυλλο του βιβλίου της πρώτης κροατικής γραμματικής του ιερωμένου Μπάρτολ Κάσιτς, η οποία ολοκληρώθηκε το 1604 (φωτ. Πρεσβεία Κροατίας). Μερική άποψη της πόλης Σαντιάγκο ντε Κούβα (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Το 26,8% του εδάφους της Κροατίας καλύπτεται από καλλιεργήσιμες εκτάσεις (φωτ. Πρεσβεία Κροατίας). Μερική άποψη της πόλης Θιενφουέγκος (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Αγροτικός οικισμός στην περιοχή Πινάρ ντελ Pίο της Κούβας. Στρατιωτική παρέλαση στην Αβάνα. Η ρούμπα αποτελεί τη σημαντικότερη έκφραση της κουβανέζικης μουσικής και χορευτικής παράδοσης (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Το καρναβάλι είναι η πιο δημοφιλής γιορτή της Κούβας, η οποία γιορτάζεται σε διάφορες ημερομηνίες, ανάλογα με την πόλη (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Ο διάσημος Κουβανός ερμηνευτής του σχήματος «Buena Vista Social Club», Ιμπραήμ Φερέρ (φωτ. ΑΠΕ). Θεατρική παράσταση με την επιμέλεια του Εθνικού Επιμορφωτικού Συμβουλίου, του κρατικού οργανισμού που ελέγχει ολόκληρη τη θεατρική δραστηριότητα της Κούβας. Ο Κουβανός σκηνοθέτης Τομάς Γκουτιέρες Αλέα (φωτ. ΑΠΕ). Η αυθεντική κουβανέζικη μουσική διαθέτει μία πλουσιότατη εκφραστική κληρονομιά, που παντρεύει με έξοχο τρόπο τις αφρικανικές επιδράσεις με την παράδοση των ισπανικής καταγωγής κοινοτήτων (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Το μέγαρο του Καπιτωλίου της Αβάνας (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Ο ποιητής Χοσέ Μαρτί υπήρξε, με τα λυρικά του ποιήματα, από τους πρωτεργάτες του κινήματος του 1895, που οδήγησε στην ανεξαρτησία της χώρας. Ο πύργος της Φουέρσα στην Αβάνα. Στιγμιότυπο από τη συνδιάσκεψη κορυφής των 77 αναπτυσσόμενων κρατών, η οποία πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 2000 στην Αβάνα (φωτ. ΑΠΕ). Το 1999 οι σχέσεις ΗΠΑ και Κούβας πέρασαν μια περίοδο κρίσης με αφορμή την τύχη ενός πεντάχρονου Κουβανού, του Ελιάν Γκονζάλες· στιγμιότυπο από την επιστροφή στην Κούβα του μικρού Γκονζάλες, ο οποίος χαιρετάει τους συμπατριώτες του από την αγκαλιά του πατέρα του (φωτ. ΑΠΕ). Ο ποιητής Χουλιάν ντελ Κασάλ, ένας από τους προδρόμους του μοντερνισμού. Ο πρόεδρος της Κούβας Φιντέλ Κάστρο (φωτ. ΑΠΕ). Αεροφωτογραφία της αμερικανικής βάσης στο Γκουαντάναμο (φωτ. ΑΠΕ). Ιστορική φωτογραφία του Ιανουαρίου του 1959 από την είσοδο των επαναστατών στην Αβάνα· στο κέντρο του αυτοκινήτου διακρίνεται ο ηγέτης της επανάστασης Φιντέλ Κάστρο (φωτ. ΑΠΕ). Ο Ντιέγκο Βελάσκεθ, ο κατακτητής της Κούβας. Τα περίφημα χειροποίητα κουβανέζικα πούρα αποτελούν ένα από τα περιζήτητα προϊόντα της χώρας (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Χαρτονόμισμα του 1 νέου πέσο Κούβας, που εκδόθηκε το 2003. Φυτείες καπνού, που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πόρους της Κούβας. Τροπική παραλία της ατλαντικής ακτής στην Κούβα. Tο υψίπεδο Mπαρακόα (στη γλώσσα των ιθαγενών σημαίνει «η ύπαρξη της θάλασσας»), στο ανατολικό άκρο της Κούβας, παρουσιάζει μία περίπλοκη γεωλογική δομή και καλύπτεται από δάση (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Η ακτή του Βαραδέρο, κοντά στη Ματάνσας, στο βόρειο τμήμα της Κούβας· στα κράσπεδά της υπάρχουν κοραλλιογενείς σχηματισμοί. Η κοιλάδα Βινιάλες, στη Σιέρα ντε λος Όργκανος, με τους κωνικούς ασβεστολιθικούς λόφους («μογκότες»). Τμήμα της βαλτώδους παραλίας, στο βορειοδυτικό τμήμα του κουβανέζικου εδάφους, μεταξύ Αβάνας και Ματάνσας, που καλύπτεται από πυκνή βλάστηση με μεγάλη διάδοση των μαγκρόβιων σχηματισμών. Εξωτική παραλία της Κούβας, του μεγαλύτερου νησιού της Καραϊβικής (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Φωτογραφία του Μεγάλου Κόλπου του Νάιπ, κατά μήκος των ακτών της βορειοανατολικής Κούβας, από δορυφόρο της NAΣA, τον Ιούλιο του 1997· διακρίνεται επίσης και η δασώδης ορεινή περιοχή της Σιέρα δε Μικάρο (βαθύχρωμα σημεία της φωτογραφίας) (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Πανοραμική άποψη της Αβάνας (φωτ. Πρεσβεία Κούβας). Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κούβας Έκταση: 110.860 τ. χλμ. Πληθυσμός: 11.243.400 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Αβάνα (2.181.500 κάτ. το 2001)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek

  • Κάστρο, Φιντέλ — (Fidel Castro, 1927 –). Κουβανός πολιτικός, πρόεδρος της Κούβας (1959 ). Γιος πλούσιου γαιοκτήμονα, σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αβάνας, όπου πήρε μέρος στο πολιτικό κίνημα των φοιτητών. Στη συνέχεια άσκησε για σύντομο χρονικό διάστημα το …   Dictionary of Greek

  • Βενεζουέλα — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Στα Β βρέχεται από την Καραϊβική θάλασσα και από τον Ατλαντικό ωκεανό, Δ συνορεύει με την Κολομβία, Ν με τη Βραζιλία και Α με τη Γουιάνα.Η Β. έχει καλά καθορισμένα σύνορα. Μόνο τα σύνορα με τη Γουιάνα αμφισβητούνται από …   Dictionary of Greek

  • Μαρτί, Χοσέ Χούλιαν — (Marti Jose Julian, Αβάνα 1853 – Ντος Ρίος 1895). Κουβανός λογοτέχνης και αγωνιστής. Από νεαρή ηλικία ο Μ. συμμετείχε στους αγώνες για την ανεξαρτησία της Κούβας. Το 1869 δημοσίευσε τα πρώτα του πολιτικά άρθρα, καθώς και ένα έμμετρο θεατρικό έργο …   Dictionary of Greek

  • Μπατίστα, Φουλγκένθιο Ζαλντιβάρ — (Fulgencio Batista Y Zaldivar, Κούβα 1901 – Ισπανία 1973). Κουβανός στρατιωτικός δικτάτορας. Γόνος οικογένειας μιγάδων (μίξη καυκάσιας, αφρικανικής, ινδιάνικης και κινέζικης καταγωγής) εργατών σε φυτείες σακχαροκάλαμου, το 1921 προσχώρησε στις… …   Dictionary of Greek

  • επανάσταση — Η ριζική μεταβολή μιας ορισμένης τάξης πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων, η οποία, σε γενικές γραμμές, βασίζεται στην υποτιθέμενη ή στην πραγματική θέληση των λαϊκών μαζών και πραγματώνεται οργανωμένα και συνειδητά με μια ενέργεια περισσότερο ή… …   Dictionary of Greek

  • εσπεριδοειδή — Είδη και ποικιλίες καρποφόρων δέντρων της φυλής των κιτρίων και κυρίως του γένους κίτρο, οι καρποί των οποίων εκτιμώνται ιδιαίτερα για την εύχυμη γλυκόξινη ή ξινή σάρκα τους. Τα ε. καλλιεργούνται στις θερμές, εύκρατες, υποτροπικές και τροπικές… …   Dictionary of Greek

  • Αντίλλες — Μεγάλο νησιωτικό σύμπλεγμα της Καραϊβικής θάλασσας, το οποίο αποτελείται από μια μακρά σειρά μεγάλων και μικρών νησιών, που εκτείνονται σε τοξοειδή διάταξη, από τη Φλόριντα των ΗΠΑ έως τις ανατολικές ακτές της Βενεζουέλας. Οι Α. ορίζουν στα Α και …   Dictionary of Greek

  • Γκεβάρα, Ερνέστο Τσε — (Ernesto Che Guevara,Ροζάριο, Αργεντινή 1928 – Χιγκέρας, Βολιβία 1967).Αργεντινός πολιτικός και επαναστάτης. Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Νέος ακόμα πήρε μέρος στο μαρξιστικό κίνημα και το 1954 κατάφυγε στο Μεξικό, όπου… …   Dictionary of Greek

  • Γρενάδα — Επίσημη ονομασία: Γρενάδα Έκταση: 344 τ. χλμ. Πληθυσμό 89.211 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Σεντ Τζορτζ (4.410 κάτ. το 2002)Νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής θάλασσας, στην Κεντρική Αμερική. Βρίσκεται βόρεια του Τρινιντάντ και Τομπάγκο και βρέχεται Δ από …   Dictionary of Greek